12/9/16

ΕΤΙ ΤΟΠΟΣ ΕΣΤΙ

    
   Οι άνθρωποι ζητούμε αποκλειστικότητα στη ζωή μας. Τα θέλουμε όλα δικά μας και μόνο δικά μας. Αφήνουμε περιθώρια στους άλλους μόνο όταν δεν αισθανόμαστε ότι απειλείται η δική μας πληρότητα. Κάποτε η δική μας πλεονεξία. Έτσι μένουμε κλειστοί στους άλλους. Το θέλημά μας θριαμβεύει. Ακόμη και στις σχέσεις μαζί τους πρυτανεύει το  «αυτό θέλω εγώ» και όχι το «τι θα ήθελες εσύ;». Και γι’ αυτό δυσκολευόμαστε πολύ να ανοιχτούμε. Ακόμη και όταν μας αγαπούνε, προτιμούμε τις δικές μας προτεραιότητες. Ακόμη κι όταν μας καλούν στη χαρά και την αλήθεια, βλέπουμε τους δικούς μας δρόμους και αρνούμαστε να δώσουμε και χώρο και χρόνο στους άλλους. Προτιμούμε το κλείσιμο στο «εγώ» μας. Στα ίδια.
         Στο ευαγγέλιο που διαβάζουμε την Κυριακή των Προπατόρων του Κυρίου ο Χριστός μιλά για το μεγάλο Δείπνο. Για την πρόσκληση στους ανθρώπους να γευτούν τη χαρά της Βασιλείας του Θεού και να συμμετάσχουν στην τράπεζα της αγάπης, που έχει να κάνει με την κοινωνία του σώματος και του αίματος του Κυρίου μας και το φως της αιωνιότητας που ο Χριστός δίνει εν αφθονία σε όσους ανταποκρίνονται στο κάλεσμά Του. Όμως συχνά οι κεκλημένοι αρνούνται να προσέλθουν. Την ώρα της μετοχής ο καθένας σκέφτεται τα δικά του. Τα υλικά του αγαθά. Τις απολαύσεις της ζωής . Τις βιοτικές μέριμνες. Και ενώ το τραπέζι είναι μεγάλο και χωρά, οι καλεσμένοι φαίνονται μικροί τόσο ενώπιον της αγάπης του προσκαλέσαντος όσο και ενώπιον της ίδιας της Βασιλείας, ανίκανοι να χαρούν την αγάπη και την ευλογία του Θεού, να ανταποκριθούν στην τιμή που τους γίνεται. Και βλέπουμε τον οικοδεσπότη να καλεί όσους βρίσκονται περιφρονημένοι και περιθωριοποιημένοι από τους ανάξιους φίλους. Κι ενώ γίνεται και αυτό ο υπηρέτης αναφωνεί: «έτι τόπος εστί» (Λουκ. 14, 22). Υπάρχει ακόμη χώρος. Και τότε η πρόσκληση απευθύνεται και σ’ αυτούς που είναι ξένοι, που δεν έχουν ούτε τη σχέση του συν-ανήκειν με τον οικοδεσπότη. Κι αυτοί θα συμμετάσχουν τελικά στο μεγάλο δείπνο. Διότι η Βασιλεία θα δοθεί σε εκείνους που θα αισθανθούν ότι θέλουν να ενταχθούν στον χώρο και την αγάπη του Θεού, που είναι Αυτός ο οικοδεσπότης.
        Έτι τόπος εστί. Η Εκκλησία δεν κλείνει ποτέ τις πόρτες της. Είναι ανοιχτή σε όλους, ακόμη και σ’ αυτούς που αισθάνονται αδύναμοι να προσεγγίσουν την χάρη του Θεού. Και ζητά από όσους είμαστε ενταγμένοι στη ζωή της να μην περιχαρακωνόμαστε. Να μην αισθανόμαστε αυτάρκεις. Ότι μας ανήκει αποκλειστικά η σωτηρία. Η αλήθεια. Η αυθεντικότητα. Επειδή τόπος εστί χωρούν και όλοι εκείνοι που είναι τραυματισμένοι από την αμαρτία και το κακό. Χωρούνε όμως και όλοι εκείνοι οι ακατήχητοι. Αυτοί που δεν γνωρίζουν την αλήθεια, αλλά θα συναντήσουν τους υπηρέτες του Θεού και ένα σκίρτημα καρδιάς θα τους καλέσει να ανταποκριθούν στην  πρόσκληση. Χωρούνε όμως και εκείνοι που κινούνται από την ανάγκη, τη δίψα για ζωή και για υπέρβαση του θανάτου, τις μεταφυσικές ανησυχίες, τη δύναμη της λογικής που ζητά απαντήσεις και δεν τις βρίσκει στη σοφία του κόσμου. Ο Χριστός δεν ήρθε να καλέσει τους δικαίους, αλλά τους αμαρτωλούς σε μετάνοια. Γι’ αυτό και η Εκκλησία δέχεται τους ανθρώπους όπως είναι, για να τους αγιάσει δια της μετοχής στο δείπνο της Βασιλείας, από όπου θα φύγουν αλλαγμένοι, ανακαινισμένοι, έτοιμοι για μία νέα ζωή.
      Έτι τόπος εστί. Στις καρδιές μας που ταλαιπωρούνται από τα πάθη, τις επιθυμίες, τη φιληδονία και την φιλαυτία, υπάρχει τόπος για τον Θεό. Δε θέλει πολύ Εκείνος. Λίγο να αφήσουμε χώρο και θα εισέλθει. Δεν επιτρέπει στην απελπισία να κυριαρχήσει επάνω μας, εάν εμείς αισθανόμαστε ότι έχουμε περιθώριο μετανοίας.  Και το λίγο της καρδίας, φωτισμένο από την παρουσία Του, δίδει πληρότητα. Και το παράδοξο είναι ότι τότε η καρδιά ανοίγει. Όχι μόνο στον Θεό, αλλά και στον πλησίον. Δεν εγκλωβίζεται στην αποκλειστικότητα. Στην πλεονεξία. Αναγνωρίζει την ευεργεσία του Θεού και γίνεται ταπεινή. Και μέσα στην ταπείνωση χωρά τους πάντες. Μακροθυμεί και ευρυχωρεί. και εκφράζεται δια της ελεημοσύνης και της ευσπλαχνίας, αλλά και δια της δοτικότητας, του μοιράσματος. Ανοίγεται στον άλλον. Και αφήνει το ίδιον θέλημα, προς χαράν του πλησίον. Ακόμη και αν εκείνος δεν είναι σε θέση να δει με αμοιβαιότητα  τη σχέση μαζί μας, η ευρυχωρία της καρδιάς μας μάς κάνει να αντέχουμε.   
       Έτι τόπος  εστί. Επιστέγασμα της κλήσης το ποτήριο της ζωής. Σ’ αυτό δεν υπάρχει όριο. Μας δίδεται δι’ αυτού άφεση αμαρτιών και αιώνια ζωή και την ίδια στιγμή η ευλογία της ενότητας με τους πάντες. Και όχι μόνο. Η ζωή της πίστης δε χορταίνεται. Πάντοτε μπορούμε να μάθουμε κι άλλο. Να βιώσουμε κι άλλο. Να αγιαστούμε κι άλλο. Ενώ ο Χριστός μας δίδεται πλήρης στην θεία Ευχαριστία, ποτέ δεν εξαντλείται η χάρις του. Μπορούμε να Τον ζήσουμε αλλιώτικα. Σε μεγαλύτερη ένταση. Κάθε φορά τον Ίδιο αλλά και με άλλα αποτελέσματα. Άλλοτε ως χαρά, ελπίδα και αγάπη. Άλλοτε ως μετάνοια και συναίσθηση της ευλογίας. Άλλοτε ως καινούργια αρχή στη ζωή μας. Άλλοτε ως ευγνωμοσύνη για το ότι γίνεται άνθρωπος για μας. Άλλοτε ως ευκαιρία να ξαναδούμε τα χαρίσματά μας ως ευκαιρία να τα μοιραστούμε. Γενικά ως έναν συνεχή επαναπροσδιορισμό της ζωής μας. Πάντοτε όμως ως τον Άρτο που δίνει νόημα ζωής και σωτηρίας.
Ο κόσμος λέει κι αυτός το «έτι τόπος εστί». Τόπος στην καρδιά μας για κατανάλωση. Για πάθη. Για παράπονα και μεμψιμοιρία. Για ηδονή. Αυτός ο κόσμος γίνεται και τόπος και χρόνος για τους αγρούς μας, για τα ζεύγη των βοών, για το «γυναίκα έγημα».  Μετατρέπει τον τόπο για να πει στον Θεό «έχε με παρητημένον» (Λουκ. 14, 18). Κλείνει την καρδιά του στη πρόσκληση και μένει εκτός της Βασιλείας. Και έτσι γιορτάζει και τις μεγάλες εορτές της πίστης. Όχι ως ευκαιρία να ανοίξει τον τόπο της καρδιάς του για τον Ενανθρωπήσαντα Κύριο, αλλά για την ψευδαίσθηση της πρόσκαιρης χαράς.  Ο καθένας μας λοιπόν ας δει την καρδιά του και ας κρίνει αν ήρθε η ώρα να πει το μεγάλο ΝΑΙ στην πρόσκληση του οικοδεσπότη Χριστού για μία νέα ζωή. Υπάρχει τόπος στην Εκκλησία. Το θέμα είναι αν θα μείνουμε θεατές του δείπνου, αδιάφοροι γι’ αυτό, ή θα ακολουθήσουμε εκείνους που παρότι δεν είχαν τον δικό τους τόπο στον ουρανό, τόλμησαν και αποδέχτηκαν στο λίγο που είχαν ελεύθερο εντός τους τον λόγο, την πρόσκληση την αλήθεια. Και συμμετέχουν για πάντα στη χαρά της Βασιλείας.

Κέρκυρα, 11 Δεκεμβρίου 2016

12/8/16

ΠΟΣΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΑΝΤΕΧΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ;


Ο σύγχρονος άνθρωπος, ενώ θέλει να έχει το δικαίωμα να εκφράζει την άποψή του για όλους, δυσκολεύεται να ακούσει. Να μάθει τη γνώμη που έχουν οι άλλοι γι’  αυτόν. Ενίοτε διακατέχεται από τον φόβο ότι αν ακούσει την αλήθεια, θα πρέπει να αλλάξει πορεία. Θα χρειαστεί να δει τον χαρακτήρα του διαφορετικά, ότι είναι ψευδαίσθηση να νομίζει ότι είναι άτρωτος και τέλειος. Ότι τελικά δεν πρέπει να του φταίνε μόνο οι άλλοι, αλλά χρειάζεται να ξαναδεί τον εαυτό του, τα πάθη του, τα λάθη του.
Είμαστε αταπείνωτοι οι άνθρωποι, μεγαλύτεροι και μικρότεροι. Ιδίως στις σχέσεις εντός της οικογένειας, μεταξύ του ζευγαριού, αλλά και μεταξύ γονέων και παιδιών, η ταπείνωση είναι δυσεύρετη. Κυριαρχεί ο εγωισμός, τροφοδοτημένος από έναν πολιτισμό οποίος στηρίζει την επικράτησή του στο δικαίωμα και τον ναρκισσισμό. Από την μία θεωρούμε ότι δικαιούμαστε να είμαστε ο εαυτός μας, διότι αυτό σημαίνει ελευθερία και αυτοπραγμάτωση. Καλούμε τους άλλους να μας αγαπούνε και να μας ανέχονται γι’  αυτό που είμαστε, χωρίς να επιλέγουμε κι εμείς αυτή τη στάση έναντί τους, πεπεισμένοι για την ανωτερότητά μας. Και είμαστε έτοιμοι να παραπονεθούμε, αν εκείνοι φέρονται ανάλογα ή μας κρίνουν.
Από την άλλη, ο θρίαμβος της εικόνας έχει γεννήσει έναν κόσμο στον οποίο εμείς συνεχώς ασχολούμαστε με το προφίλ μας, με το πώς είμαστε, τι κάνουμε και θεωρούμε ότι αυτό πρέπει να ενδιαφέρει τους άλλους. Γι’  αυτό και ανεβάζουμε τον εαυτό μας και τη ζωή μας στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, με την απαίτηση να είμαστε περιζήτητοι, κοσμαγάπητοι, μοναδικοί. Αυτή η στάση ζωής τροφοδοτεί έναν ναρκισσισμό, την αίσθηση δηλαδή ότι δεν δικαιούνται να μας κρίνουν οι άλλοι, διότι εμείς είμαστε τόσο αποδεκτοί και τόσο δημοφιλείς, που δεν επιτρέπεται η αμφισβήτησή μας. Αυτή η νοοτροπία καλλιεργείται ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους, οι οποίοι θεωρούν αυτονόητο το να είναι στο επίκεντρο της προσοχής όλων όχι για τις επιτυχίες και την πρόοδό τους, αλλά για το πρόσωπο, το σώμα, την εξωτερική εμφάνιση και ομορφιά. Ο ναρκισσισμός βεβαίως είναι αναπόφευκτο ότι θα διαψευσθεί από την πραγματικότητα, η οποία είναι σκληρή για όλους. Αυτό όμως δεν γίνεται εύκολα κατανοητό, διότι νέοι και μεγαλύτεροι καμαρώνουμε για την όψη, χωρίς να βλέπουμε τον εσωτερικό μας κόσμο, καθώς αυτός δεν γίνεται το επίκεντρο της ανατροφής, της παιδείας, της καλλιέργειας.
Η Εκκλησία δε θα πάψει να τονίζει την αξία της ταπείνωσης. Σε έναν κόσμο που καυχιέται για τα δικαιώματά και την εμφάνιση του ανθρώπου, η πίστη πάντοτε θα δείχνει την στροφή προς τον Θεό που έγινε άνθρωπος, ταπεινούμενος δι’  ευσπλαχνίαν. Θα μας τονίζει ότι η ζωή έχει νόημα όταν δε θεοποιούμε το εγώ μας, αλλά μπορούμε να βγαίνουμε από αυτό, παραιτούμενοι των δικαιωμάτων μας χάριν της αγάπης για τους άλλους. Όταν ζητούμε να δούμε τι αναπαύει ουσιαστικά τους άλλους. Όταν χτίζουμε τις σχέσεις μας όχι με κριτήριο το πώς θα φανούμε, δηλαδή την υποκρισία, αλλά με γνώμονα πώς αυτό που είμαστε και έχουμε θα το μοιραστούμε με τον πλησίον μας. Και τότε και στην οικογένεια και στην πορεία της ζωής η ταπείνωση θα χτίσει χαρακτήρες που θα αντέχουν να ακούσουν την αλήθεια, διότι θα ξέρουν να την ζούνε!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 7 Δεκεμβρίου 2016

«ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΟΝΤΡΑ» ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ


Στο κατάμεστο Αμφιθέατρο του Ιδρύματος Χρονίως Πασχόντων «Η Πλατυτέρα» στην Κέρκυρα έγινε το απόγευμα της Τετάρτης 7 Δεκεμβρίου 2016 εκδήλωση – συζήτηση με αφορμή το βιβλίο «Με τον καιρό να είναι κόντρα- για νέους και γονείς που ελπίζουν» (εκδόσεις ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ), του Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου της Ιεράς Μητροπόλεως Κερκύρας π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού.
Το θέμα της εκδήλωσης ήταν αν ο λόγος της Εκκλησίας μπορεί να προσεγγίσει την σύγχρονη πραγματικότητα. Στο ερώτημα έδωσε απαντήσεις ο αν. καθηγητής του τμήματος Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας κ. Νίκος Παπαδημητρίου, ο οποίος επεσήμανε την ανάγκη ο σύγχρονος άνθρωπος να δει ότι στην πραγματικότητα  του καιρού μας ζούμε μόνο για το τώρα, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουμε να χάσουμε και μνήμη και ταυτότητα. Χωρίς απαραίτητα ο νεωτερικός πολιτισμός και η Ορθόδοξη Εκκλησία να ταυτίζονται στην τελική προοπτική της κριτικής τους, εντούτοις έχουν πολλά κοινά σημεία στο πώς βλέπουν την εποχή στην οποία απουσιάζει ένας γνήσιος προσανατολισμός ποιότητας στην παιδεία, ενώ το Facebook φαίνεται ότι οδήγησε σε επικοινωνία σελίδων και όχι προσώπων, με αποτέλεσμα ο νέος να μην μπορεί να έχει βάσεις για τις σχέσεις   και την ταυτότητα. Η Εκκλησία μπορεί να προσεγγίσει τη σύγχρονη πραγματικότητα, αρκεί να την βλέπει με καθαρότητα, ρεαλισμό και να την ανατέμνει με τις αξίες της.
Απαντήσεις έδωσε ακόμη η δεύτερη εισηγήτρια κ. Μαρία Μάνδυλα- Κουσουνή, Παιδίατρος και Ιστορικός, Πρόεδρος της Ιατροχειρουργικής Εταιρίας Κερκύρας και της Εταιρίας Κοινωνικής Παιδιατρικής. Η Εκκλησία μπορεί να προσεγγίσει και να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα της πραγματικότητας, ακόμη κι αν ο καιρός είναι κόντρα, εφόσον είναι αυθεντική. Προτείνει τις αξίες της παράδοσης. Συνδυάζει συνέπεια λόγων και έργων, για να προσληφθούν οι απαντήσεις της από τον σύγχρονο άνθρωπο, τον γονέα, τον νέο. Χρειάζεται η Εκκλησία να δει τον κόσμο μέσα από όλες τις πτυχές του και να μη φοβηθεί τον διάλογο μαζί του. Ιδίως οι νεώτεροι καλούνται να διαμορφώσουν δική τους άποψη και να μην παρασύρονται από τοποθετήσεις που θέλουν την Εκκλησία στο κοινωνικό και πνευματικό περιθώριο.

Ο π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός, που έγραψε το βιβλίο, τόνισε σε παρέμβασή του ότι ο λόγος της πίστης μπορεί να συναντήσει τον νεωτερικό άνθρωπο, αφού προσλάβει κεκτημένα που είναι απαραίτητα αν και όχι αυτονόητα στους καιρούς μας, όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο σεβασμός στην επιστημονική πρόοδο και  ο ορθολογισμός που θα πρέπει να νικά τον λαϊκισμό. Όμως η Εκκλησία δείχνει πού είναι τα όρια της νεωτερικότητας και που δεν είναι άλλα από τα δύο μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα του ανθρώπου: η αγάπη και ο θάνατος. Σε κανένα από τα δύο δεν υπάρχει ορθολογιστική απάντηση. Η ψυχολογία μπορεί να ερμηνεύσει, αλλά δεν μπορεί να προβλέψει την ανθρώπινη συμπεριφορά. Τα ανθρώπινα δικαιώματα διδάσκουν τον απαραίτητο και απαιτητέο σεβασμό στον άλλο, αλλά δεν μπορούν να μας κάνουν να αγαπήσουμε τον άλλο. Η ιατρική και η τεχνολογία μπορούν να αναστείλουν τον θάνατο, αλλά δεν μπορούν να τον ματαιώσουν. Η αγάπη και η ανάσταση τις οποίες διδάσκει η πίστη αποτελούν την απάντηση στις υπαρξιακές αγωνίες.
Το ίδιο και ο συντηρητισμός της Εκκλησίας. Δεν είναι κλειστός, αλλά ανοιχτός, ελεύθερης επιλογής. Απευθύνεται σε ενήλικες στο θέλημα, αυτούς που ζητούν ωριμότητα και όχι φανατισμό. Συνύπαρξη και όχι εξουσία. Δεν κραυγάζουμε καταδικάζοντας σε κόλαση. Δεν νερώνουμε το κρασί μας λαϊκίζοντας για την ευχαρίστηση και τον οπαδισμό.
Ο λόγος της Εκκλησίας μπορεί να συναντήσει τον σύγχρονο νέο, αρκεί να στηριχτεί στην εμπιστοσύνη και την αλήθεια. Δεν μπορεί η Εκκλησία να φωνάζει: «απαιτώ να πιστέψεις». Ρίχνει τον σπόρο του λόγου και προβάλλει την εμπειρία των αγίων, αφήνοντας τον νέο να ψηλαφήσει την ελπίδα. Το ίδιο και στην συνάντηση με την οικογένεια. Η Εκκλησία βοηθά τους γονείς να καταλάβουν ότι δεν μπορούν να φέρονται στα παιδιά τους χρησιμοποιώντας τη φράση «έτσι είναι», αλλά να τα ακούνε, με την πρόταση: «δες μήπως είναι έτσι». Κριτήρια τελικά κι εδώ είναι η αγάπη και η αλήθεια.

Στο χαιρετισμό που απηύθυνε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκτάριος φανερά συγκινημένος, αναφέρθηκε στη μακροχρόνια πνευματική σχέση που τον συνδέει με τον π. Θεμιστοκλή, μια σχέση πνευματικού πατέρα και υιού. Με το βιβλίο αυτό ο π. Θεμιστοκλής δίδει το μήνυμα της Εκκλησίας μας τόσο προς τους νέους, όσο και στους γονείς, ένα μήνυμα  αγάπης,  ελπίδας και πίστεως, σε μια εποχή όπου το εκκοσμικευμένο πνεύμα προσπαθεί  παντοιοτρόπως να αλλοιώσει τις ψυχές των ανθρώπων. Παρόλα αυτά όμως και τον καιρό κόντρα, μόνο εντός της Εκκλησίας μας , ο άνθρωπος ξαναβρίσκει και την απωλεσθείσα ταυτότητά του, αλλά και την αξιοπρέπειά του, συμπλήρωσε ο Μητροπολίτης Κερκύρας.
Κλείνοντας ο κ. Νεκτάριος, ευχαριστώντας το Θεό, συνεχάρη  από τα βάθη της καρδιάς του τον π. Θεμιστοκλή, καθώς και τους υπόλοιπους ομιλητές, ευχόμενος η Εκκλησία μας να αποκτήσει και άλλους τέτοιους Κληρικούς, που θα εμπνέουν και θα ελκύουν τους νέους ανθρώπους, στον Κύριό μας τον Ιησού Χριστό.
Χαιρετισμό απηύθυνε ακόμη ο Αρχιεπίσκοπος των εν Κερκύρα Ρωμαιοκαθολικών κ. Ιωάννης, ο οποίος τόνισε την ανάγκη για χριστιανική μαρτυρία με γνώμονα γλώσσα που να λέει απλά τις μεγάλες αλήθειες της πίστης, όπως επιτυγχάνεται στο βιβλίο.
Την εκδήλωση, την οποία συντόνισε ο εκδότης κ. Νίκος Σαμπαζιώτης, άνοιξε ο πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Κερκύρας Αρχιμ. Ιουστίνος Κωνσταντάς, ο οποίος παρουσίασε το βιβλίο και τόνισε την αξία του περιεχομένου του τόσο για τους νεώτερους όσο και για τους μεγαλυτέρους, ενώ με συγκίνηση αναφέρθηκε στην συνοδοιπορία του με τον π. Θεμιστοκλή. Την πλαισίωσαν ακόμη με τρία τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη και του Οδυσσέα Ελύτη και έναν μουσικό αυτοσχεδιασμό πάνω στο τραγούδι «Ο ακροβάτης» των Χαΐνηδων η υψίφωνος Έλλη Καρύδη και η πιανίστας Μαρία Μάζη.  

12/5/16

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΟΝΤΡΑ"


    Με ιδιαίτερη χαρά σας προσκαλούμε και σας περιμένουμε την ερχόμενη Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2016 και ώρα 6 το απόγευμα στο Αμφιθέατρο του Ιδρύματος Χρονίως Πασχόντων "Η Πλατυτέρα" στην εκδήλωση που διοργανώνει η Ιερά Μητρόπολις Κερκύρας και οι εκδόσεις "Αρχονταρίκι" με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του βιβλίου του π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού "Με τον καιρό να είναι κόντρα - για νέους και γονείς που ελπίζουν".
    Στην εκδήλωση ...ο κ. Νίκος Παπαδημητρίου, αναπλ. καθηγητής του τμήματος Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου, η κ. Μαρία Μάνδυλα- Κουσουνή, παιδίατρος και πρόεδρος της Ιατροχειρουργικής Εταιρία Κέρκυρας και ο συγγραφέας π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός θα συζητήσουν με γνώμονα το βιβλίο πάνω στο θέμα: "Μπορεί ο λόγος της Εκκλησίας να συναντήσει τη ζωή μας;"
    Τη συζήτηση θα συντονίσει ο εκδότης κ. Νίκος Δ. Σαμπαζιώτης.
    Χαιρετισμό στην εκδήλωση θα απευθύνει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας κ. Νεκτάριος. Θα την πλαισιώσουν ακόμη με τέσσερα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη η υψίφωνος Έλλη Καρύδη και η παιανίστας κ. Μαρία Μάζη.
    Η είσοδος είναι ελεύθερη.

12/3/16

ΟΥΚ ΕΔΕΙ ΛΥΘΗΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥ ΔΕΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ;



Υπάρχουν στιγμές στη ζωή μας στις οποίες καλούμαστε να σκεφτούμε ποια σημασία έχουν άνθρωποι του περιβάλλοντός μας για μας. Δεν έχει να κάνει μόνο με το πόσο τους αγαπούμε. Κυρίως έχει να κάνει με το πόσο το χρειαζόμαστε, πώς τους χρησιμοποιούμε. Μιά τέτοια θέαση, η οποία συνήθως γίνεται όταν οι άλλοι φεύγουν για κάποιον λόγο από τη ζωή μας, είτε οριστικά είτε προσωρινά, αποκαλύπτει τον χαρακτήρα μας, τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον πλησίον μας, αλλά και τι είναι εκείνος για μας. Ταυτόχρονα, διαπιστώνουμε ποιος είναι ο χαρακτήρας μας, αλλά και ποια είναι η κοσμοθεωρία μας. Αυτή η σκέψη για το τι είναι οι άλλοι στη ζωή μα θα μας βοηθήσει τελικά να δούμε το αληθινό μας πρόσωπο. Να δούμε πόσο και αν αγαπάμε. Αν είμαστε περιχαρακωμένοι στον εαυτό μας. Αν είμαστε εύκολοι στο να κατακρίνουμε τους άλλους. ουσιαστικά μας βοηθά να καταλάβουμε πόση ταπεινοφροσύνη έχουμε και την ίδια στιγμή πόσο κοντά ή μακριά από τις εντολές του Θεού βρισκόμαστε.
       Ο Χριστός κάποιο Σάββατο, όπως συνήθιζε, βρέθηκε σε μία συναγωγή για να διδάξει. Εκεί συνάντησε μία συγκύπτουσα γυναίκα, κυρτωμένη από δαιμονική επίδραση. Η γυναίκα αυτή βρίσκονταν ανάμεσα στους πιστούς Ιουδαίους και παρά την ασθένειά της, η οποία την καθιστούσε, σύμφωνα με τη νοοτροπία της εποχής, καταραμένη από τον Θεό, δε δίσταζε να θέλει να είναι μέλος της κοινότητα, επί δεκαοκτώ τότε χρόνια. Ο Χριστός της λέει ότι παίρνει την απόλυση από την ασθένειά της, σα να ήταν στο στρατό, να εξέτισε τη θητεία της και να μπορεί πλέον να επιστρέψει στο σπίτι της ελεύθερη. Και τότε ο αρχισυνάγωγος διαμαρτύρεται με θυμό στους άλλους ανθρώπους, διότι δεν τολμά ευθέως να μιλήσει στον Χριστό που έκανε το θαύμα της θεραπείας, και τους ζητά να έρχονται να θεραπεύονται τις έξι ημέρες της εβδομάδας και όχι τη έβδομη, στην οποία από τον μωσαϊκό νόμο απαγορεύονταν κάθε εργασία. Και ο Χριστός, αφού τον χαρακτηρίζει «υποκριτή» και του περιγράφει πώς για την άλογη κτίση οι άνθρωποι παραβιάζουν την αργία του Σαββάτου, του αναφέρει σχετικά με την θεραπευμένη γυναίκα: «ταύτην δε θυγατέρα Αβραάμ ούσαν, ην έδησεν ο σατανάς ιδού δέκα και οκτώ έτη, ουκ έδει λυθήναι από του δεσμού τούτου τη ημέρα του σαββάτου;» (Λουκ. 13, 16). «Αυτή, που είναι απόγονος του Αβραάμ, και ο σατανάς την είχε δεμένη δεκαοκτώ χρόνια, δεν έπρεπε να λυθεί απ’ αυτά τα δεσμά το Σάββατο;».
        Για τον αρχισυνάγωγο «ουκ έδει». Έβλεπε την γυναίκα ως μέτρο σύγκρισης για την δική του πνευματική κατάσταση. «Δεν είμαι σαν κι αυτή», μπορεί να σκεφτόταν. Τόσα χρόνια μέσα στη συναγωγή η γυναίκα αυτή πιθανόν να έκανε τον αρχισυνάγωγο να αισθάνεται ότι η δική του πορεία ήταν ευλογημένη, διότι ο ίδιος δεν είχε καμιά ασθένεια, αλλά είχε την επιφανή θέση, δηλαδή την χάρη και την ευλογία του Θεού, όπως πίστευε. Το ίδιο πιθανόν να πίστευαν και οι άλλοι συμμετέχοντες στη ζωή της συναγωγής. Η συγκύπτουσα γυναίκα ήταν ένα παράδειγμα δικαίωσης για τους ίδιους. «Αφού δεν είμαστε άρρωστοι, επομένως δεν είμαστε σαν κι αυτή και άρα ο Θεός είναι ευχαριστημένος από εμάς». Μπορεί να την συμπονούσαν για τη δοκιμασία της. Στην ουσία όμως μέσα από αυτήν δικαίωναν τον εαυτό τους, υποκριτικά. Γι’ αυτό και όταν ο Χριστός την θεραπεύει, ο αρχισυνάγωγος οργίζεται. Με ποιον θα συγκρίνει πλέον τον εαυτό του; Ποιο θα είναι το κριτήριο της δικαίωσής του; Πιθανόν και κάποιοι άλλοι αυτό να σκέφτηκαν. Ο Χριστός δεν τους αφήνει κανέναν περιθώριο αμφισβήτησης της απόφασής Του να θεραπεύσει τη συγκύπτουσα. Το θέλημα του Θεού είναι άλλο σε σχέση με τους δικούς μας ιδιοτελείς λογισμούς.
     Οι άνθρωποι συχνά χρησιμοποιούμε τους άλλους ως υπηρέτες μας. Απαιτούμε από αυτούς να κάνουν το δικό μας θέλημα, αν μάλιστα τους δίνουμε την αίσθηση ότι τους αγαπούμε. Παγιδευμένοι σ’ αυτό που είναι ή νομίζουν ότι είναι η αγάπη, αισθάνονται ότι θα πρέπει να κάνουν αυτό που τους λέμε και ζητάμε, διότι εμείς το δικαιούμαστε ακριβώς επειδή τους αγαπούμε. Και αν εκείνοι ωφελούνται από αυτή την κατάσταση, εμείς άραγε δικαιούμαστε να φερόμαστε έτσι; Εκείνοι ταπεινώνονται και αγαπούν. Εμείς τους αγαπούμε όμως αληθινά ή αγαπάμε τον εαυτό μας έτσι, ώστε να θέλουμε να μας υπηρετούν; Είναι ένα ερώτημα το οποίο θέτει ο Χριστός για τις ανθρώπινες σχέσεις. Θέλουμε να εξουσιάζουμε τους άλλους ή εμείς πρώτοι τους διακονούμε; Τι γίνεται όταν αυτοί αποφασίζουν ότι δε θέλουν άλλο να μας διακονούν ή όταν αλλάξει η κατάσταση τους; Είμαστε έτοιμοι να συνεχίζουμε να τους αγαπούμε ή οργιζόμαστε μαζί τους, όπως ο αρχισυνάγωγος, διότι παύουμε να χάνουμε τα προνόμια της χρήσης τους και την εξουσία μας επάνω τους;
       Άλλοτε πάλι οι άνθρωποι χρησιμοποιούμε τους άλλους ως μέτρο αυτοδικαίωσης. Είναι η κάποια λύση για την αυτοεκτίμησή μας. Για την αίσθηση ότι αξίζουμε. Ότι ο Θεός μας έχει ευλογήσει. Και όταν συνειδητοποιούμε ότι δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα, πώς αντιδρούμε; Η απουσία ταπεινοφροσύνης, διότι περί αυτού πρόκειται, είναι σημείο υπερηφάνειας. Όταν ο άλλος γίνεται από εμάς αντικείμενο λοιδορίας, όταν τον εξουθενώνουμε για να δείξουμε ότι εμείς είμαστε ανώτεροι, τότε δεν είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε την αληθινή πνευματική μας κατάσταση. Ότι κληθήκαμε από τον Θεό να έχουμε ως μέτρο των σχέσεών μας με τους άλλους την ταπεινοφροσύνη. Δηλαδή να πιστεύουμε ότι μέσα από εκείνους μπορούμε να ωφεληθούμε. Από τα χαρίσματά τους. Από τις αρετές τους. Ακόμη και από την αρνητική τους όψη, εμείς μπορούμε να διδαχθούμε. Υπομονή και μετάνοια, όπως ήταν η στάση της συγκύπτουσας. Είναι δύο δρόμοι στους οποίους οι άλλοι, αν εργαζόμαστε για την ταπεινοφροσύνη, μπορούν να μας διδάξουν.
     Τέλος, υπάρχει και ο δρόμος της αγάπης. Η απόφαση δηλαδή οι άλλοι να μην είναι χρήσιμα αντικείμενα, αλλά εικόνες Θεού. Στο πρόσωπό τους, ακόμη κι αν κάτι δεν πάει καλά, να βλέπουμε το τραυματισμένο άνθρωπο, ο οποίος έχει ανάγκη τη συμπάθειά μας και την καλοσύνη μας. Και την ίδια στιγμή να ισχύει και για μας και για εκείνους το αποστολικό «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε και ούτως αναπληρώσατε τον νόμον του Χριστού» (Γαλ. 6, 2), να σηκώνουμε δηλαδή ο ένας το φορτίο του άλλου, για να εφαρμόζουμε πλήρως τον νόμο του Χριστού. Αν έχουμε λάβει αυτή την απόφαση και παλεύουμε και στην οδό της ταπεινοφροσύνης, τότε ο άλλος γίνεται ευλογία για μας κι εμείς για εκείνον. Η σχέση μας μαζί του είναι σχέση που οδηγεί στον Χριστό. Η αγάπη τελικά θεραπεύει την υποκρισία να βλέπουμε τον άλλον υπό το πρίσμα του συμφέροντος, είτε αυτό είναι υλικό, είτε κοινωνικό, είτε εξουσιαστικό, είτε θρησκευτικό, και μας κάνει να χαιρόμαστε με τη χαρά του και να μοιραζόμαστε τη λύπη του, προσευχόμενοι στον Θεό να αντέχει τους σταυρούς του και οι χαρές του να κρατούνε.
      Ο πολιτισμός μας έχει χρησιμοθηρικό χαρακτήρα. Μας χρησιμοποιεί ως καταναλωτικά όντα των ιδεών, των προϊόντων, της λογικής του. Είναι πολιτισμός εξουσίας επάνω μας. Μας κάνει γνήσια τέκνα του, όταν μας μεταδίδει αυτό το πνεύμα της χρήσης των άλλων. Η πίστη μάς βοηθά να βρούμε την οδό της ταπεινοφροσύνης, της αγάπης και της κατανόησης προς τους άλλους και τις αδυναμίες τους, όχι για να τους χρησιμοποιούμε αλλά για να συμπορευόμαστε, ακόμη κι αν ο δρόμος είναι δύσβατος. Διότι οι χαρακτήρες μας δεν ταιριάζουν εύκολα, αλλά και πάντοτε έχουμε μέσα μας το ερώτημα αν είμαστε καλύτεροι από τους άλλους. Κι αυτή η σύγκριση κάνει την αγάπη να μην μπορεί να νικήσει. Η ζωή με τον Χριστό στην Εκκλησία μας δίνει την ευκαιρία να δοκιμάσουμε τον εαυτό μας πώς βλέπει τους άλλους και να αλλάξουμε με τη βοήθειά Του προσανατολισμό. Διά της ταπεινοφροσύνης να περάσουμε από τη χρήση, στην αγάπη.

Κέρκυρα, 4 Δεκεμβρίου 2016

11/30/16

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ


       Μία από τις συνηθισμένες δυσκολίες στην καθημερινότητα της οικογένειας είναι η απουσία ουσιαστικού διαλόγου, τόσο μεταξύ του ζευγαριού, όσο και μεταξύ των γονέων και των παιδιών. Οι περισσότερες συζητήσεις έχουν να κάνουν με τη διαχείριση της ζωής, τις υλικές ανάγκες, τα προγράμματα των μελών της οικογένειας. Όμως χωρίς ποιοτικό διάλογο, δηλαδή χωρίς τη δυνατότητα γνήσιας επικοινωνίας με προσπάθεια κατανόησης των σκέψεων, των φόβων, των αρνητικών συναισθημάτων που τόσο οι σύζυγοι όσο και τα παιδιά αναπτύσσουν, η ζωή της οικογένειας δεν μπορεί να στηριχτεί στη βάση της αγάπης. Διότι αγάπη σημαίνει έγνοια για τον άλλον. Μοίρασμα. Άρση του σταυρού του. Απόπειρα διάλυσης όποιων παρεξηγήσεων ή κακών λογισμών. Και την ίδια στιγμή νέα ξεκινήματα στο να γίνουν οι σχέσεις δημιουργικές και να αποκτήσουν διάρκεια χαράς και ελπίδας.
          Διάλογος σημαίνει ακρόαση του άλλου. Μόνο που για να γίνει αυτό χρειάζεται να μάθουμε να κρατάμε σιωπή. Να μην είμαστε έτοιμοι να θυμώσουμε. Κι αυτό προϋποθέτει αίσθηση ότι δεν είναι δυνατόν να έχουμε απόλυτο δίκιο στις σκέψεις μας. Αν ισχύει αυτό, τότε μπορούμε να μάθουμε τον άλλο και από τον άλλο. Διάλογος σημαίνει ακόμη εντοπισμός των στοιχείων που μας ενώνουν με τον άλλο. Συνήθως μένουμε σε ό,τι μας χωρίζει. Στα παράπονά μας. Όμως υπάρχουν και πολλά που μας ενώνουν. Κυρίως η αγάπη. Διάλογος σημαίνει απόφαση να αφήσουμε να διαφανεί η αλήθεια, ακόμη κι αν δεν είναι ταυτόσημη με την δική μας αλήθεια. Προϋπόθεση η πειθώ και τα επιχειρήματα, όχι όμως η εμμονή αποκλειστικά στον δικό μας τρόπο σκέψης. Παράλληλα, διάλογος δε σημαίνει απόπειρα να εξουσιάσω τον άλλο, αλλά να συνυπάρξω μαζί του.
     Ο διάλογος προϋποθέτει μια ξεχασμένη αρετή. Την ταπείνωση. Είμαι ταπεινός όταν έχω επίγνωση των ορίων μου ή όταν είμαι διαθέσιμος να βρω μέχρι πού φτάνουν, ακούγοντας τον άλλο, ο οποίος μου τα θέτει. Έτσι κι αλλιώς τα πάντα στην οικογένεια είναι από κοινού. Η ταπείνωση βοηθά στη λήψη αποφάσεων με γνώμονα το από κοινού καλό. Βοηθά στην υποχώρηση εκεί όπου χρειάζεται. Στην εκκοπή του ιδίου θελήματος, όταν αυτό λειτουργεί στην οπτική του κατεξουσιασμού του άλλου και της ισοπέδωσης της προσωπικότητάς του, κάτι που έρχεται όταν θέλουμε να γίνεται το δικό μας. Η ταπείνωση μπορεί να γεννήσει τη σύνθεση μέσα από την καταγραφή των αντιθέσεων.
       Αν υπάρχει αμοιβαιότητα, τότε και τα παιδιά μπορούν να διδαχθούν. Αλλά και η εκκλησιαστική ζωή βοηθά προς την κατεύθυνση αυτή. Ο τρόπος της πίστης διδάσκει όλους ο λόγος να είναι προς την κατεύθυνση του «ευ». Να μην αποσκοπεί στο να προσβάλει και να εξουθενώσει, αλλά να βρει τις γέφυρες που θα αφήσουν να καλλιεργηθούν υγιή συναισθήματα. Από τον Χριστό διδασκόμαστε να είμαστε αληθινοί και να μην λησμονούμε τον στόχο της Βασιλείας, αυτόν που Εκείνος μας δείχνει μέσω των παραβολών του, καρποί διαλόγου Του με τους ανθρώπους. Η Βασιλεία περνά  μέσα από την αγάπη, τη μετάνοια και τη συγχώρεση και συναντά τις ταπεινές καρδιές. Ακόμη κι αν ο ένας από τους δύο διαλεγόμενους δεν είναι ταπεινός, η εγκαρτέρηση του άλλου, συνοδευόμενη όμως από ειλικρίνεια και αυθεντικότητα, θα βοηθήσει στη χάραξη πορείας εξόδου από το εγώ. Για να πάψουν οι ανθρώπινες σχέσεις να δηλητηριάζονται εξαιτίας της απουσίας της εξόδου.  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 30 Νοεμβρίου 2016

11/26/16

Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΚΑΙ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


           Ο πλούτος είναι αξιοζήλευτος για τα δεδομένα και τις αξίες του κόσμου, όχι μόνο στην εποχή μας, αλλά και ανέκαθεν. Εξασφαλίζει την άνετη ζωή και κάνει τον κάτοχό του να μην ασχολείται για την επιβίωσή του. Εξασφαλίζει την δυνατότητα κοινωνικών σχέσεων. Της ηδονής. Της αναγνώρισης από τους άλλους. Την παράταση της ζωής, καθώς ο πλούσιος μπορεί να κάνει χρήση της επιστήμης και των επιτευγμάτων της για να αναστείλει επάνω του τη φθορά του χρόνου. Ο πλούσιος νιώθει ένας μικρός θεός. Έχει την αλαζονεία ότι τα χρήματα και τα αγαθά του μπορούν να του εξασφαλίζουν λύσεις για όλα του τα προβλήματα.  Μπορεί να αγοράσει και τα αισθήματα και τις υπηρεσίες των άλλων. Ο πλούσιος είναι το όνειρο των πολλών.
           Δεν είναι συχνό το φαινόμενο ένας πλούσιος να έχει υπαρξιακές ανησυχίες. Να θέλει να έχει σχέση με τον Θεό. Να είναι βέβαιος ότι τα αγαθά του δεν επαρκούν για να δει τη ζωή στην προοπτική της αιωνιότητας. Να συνειδητοποιήσει την ματαιότητα των κτημάτων και των χρημάτων, από τη στιγμή που η φθορά και ο θάνατος θα αγγίξουν και τον ίδιο. Να μη νικηθεί από την ευκολία του «φάγωμεν, πίωμεν, αύριο γαρ αποθνήσκωμεν». Να αγαπήσει, εκτός από το να χρησιμοποιήσει. Να νοιαστεί για τους άλλους αληθινά, από την καρδιά του, να πιστέψει ότι ο πλούτος του υπάρχει για να προσφέρει στους μη έχοντας. Συνήθως ο πλούσιος πάσχει από οίηση έναντι των πολλών. Παρασύρεται και από τον ανταγωνισμό που συνοδεύει τον πλούτο. Δεν ανέχεται οι άλλοι πλούσιοι να έχουν περισσότερα από αυτόν και κάνει ό,τι μπορεί ώστε ο δικός του πλούτος να αυξάνει. Διαγκωνισμός εγωισμών. Για όλα αυτά ο πλούσιος δεν είναι πάντοτε αξιοζήλευτος. Αν λησμονήσει, όπως συχνά γίνεται στο σύστημα διασημοτήτων της εποχής μας, ότι είναι άνθρωπος, ότι έχει όρια, τότε η δυστυχία τον περιμένει σ’  αυτή τη ζωή και αν δεν ζήσει την μετάνοια και στην άλλη.   
          Στο Ευαγγέλιο συναντάμε, εκτός από τους πλούσιους προς αποφυγήν, και έναν πλούσιο ο οποίος είναι η εξαίρεση. Ζητά να κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Έχει τηρήσει τις εντολές του μωσαϊκού νόμου. Έχει δηλαδή επιλέξει να τηρεί τον λόγο του Θεού, ώστε να μπορεί να διεκδικεί το δικαίωμα στην κοινωνία μαζί Του.  Μέσα του διασώζεται η αίσθηση ότι με κάποιον τρόπο πρέπει να συμφιλιώσει τον εαυτό του με τον Θεό. Να μη γίνει ο τρόπος ζωής του εμπόδιο στην αιωνιότητα. Όμως δεν είναι σίγουρος. Και ζητά από τον Χριστό την αλήθεια για την πνευματική του κατάσταση. Πώς μπορεί να κληρονομήσει, να προσθέσει στα αγαθά του δηλαδή, την βασιλεία του Θεού. Η απάντηση που λαμβάνει από τον Χριστό θα τον λυπήσει. Ο Κύριος του ζητά να εγκαταλείψει όλα τα αγαθά του. Να τα πουλήσει και να δώσει τα χρήματα στους φτωχούς και να Τον ακολουθήσει. Ο λόγος του Χριστού κάνει τον πλούσιο να λυπηθεί. Ήταν τόσα πολλά όσα είχε, ώστε δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του χωρίς αυτά. Και ο Χριστός θα πει στους μαθητές Του, για να τα ακούσει και ο πλούσιος:  «Πώς δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλείαν του Θεού» (Λουκ. 18, 24). «Πόσο δύσκολα θα μπουν στη βασιλεία του Θεού αυτοί που έχουν τα χρήματα».
            Ο πλούσιος είναι εκφραστής του υλιστικού πνεύματος κάθε εποχής. Η συνάντησή του με τον Χριστό δείχνει τρία σημεία, τα οποία καθιστούν πολύ δύσκολη την είσοδο του υλιστή ανθρώπου στη βασιλεία του Θεού.  Είναι η απουσία ορίων και η αίσθηση της παντοδυναμίας, η αδυναμία διάκρισης και αποδοχής της αλήθειας και η ελπίδα στον Θεό για το αδύνατο.  
Ο υλιστής άνθρωπος αισθάνεται παντοδύναμος.  Με γνώμονα τα χρήματα και τα αγαθά του δεν πιστεύει ότι κάτι τον απειλεί. Έτσι πορεύεται στη ζωή χωρίς να φοβάται για κάτι, εκτός από το να χάσει τα αγαθά του. και γι’ αυτό η κύρια φροντίδα του είναι η διατήρηση και η αύξησή τους. Η ελεημοσύνη δεν είναι στις προτεραιότητές του. Δυσκολεύεται να κατανοήσει γιατί δεν τον αγαπούνε, αλλά και δεν τον νοιάζει από ένα σημείο και μετά. Τα αγαθά είναι η προτεραιότητά του. Ακόμη και την σκέψη του θανάτου την μεταφέρει στο απώτερο μέλλον. Η ζωή του όλη είναι στο σήμερα, γιατί έχει ό,τι θέλει.
Ο υλιστής άνθρωπος δυσκολεύεται να διακρίνει και να αποδεχτεί την αλήθεια για το νόημα της ζωής του. Ακόμη κι όταν ενδιαφέρεται για το τι ζητά ο Θεός από αυτόν, ακόμη κι όταν στην ψυχή του έχει κάποια αγωνία για το τι μέλλει γενέσθαι, κατεβάζει τον Θεό στα δικά του μέτρα. Θέλει από Εκείνον αν του επιβεβαιώσει ότι η ζωή του είναι εντάξει. Και γι’  αυτό τηρεί τις εντολές της πίστης, συνήθως επιφανειακά. Δεν είναι όμως σε θέση να αποδεχτεί ότι πίστη σημαίνει ο Θεός να είναι η προτεραιότητα της ζωής και όχι τα αγαθά. Ότι το θέλημα του Θεού είναι πιο πάνω από τις δικές μας πεποιθήσεις. Από τον τρόπο του  πολιτισμού. Και το θέλημα του Θεού συνίσταται στο δόσιμο του εαυτού μας σ’  Εκείνον. Είναι σκληρή η αλήθεια αυτή για τον υλιστή. Συνεπάγεται τον αναπροσανατολισμό της ζωής του. Την παραίτηση από την παντοδυναμία του και μάλιστα εκούσια. Την έξοδο από το εγώ. Το μοίρασμα των αγαθών. Και την ακολούθηση του Χριστού.  Ο υλιστής όμως δεν μπορεί να δεχτεί αυτόν τον δρόμο. Και λυπάται.
 υλιστής άνθρωπος επειδή ελπίζει στον εαυτό του και στα αγαθά του, δεν μπορεί να ελπίσει στον Θεό. Γι’  αυτόν η ζωή είναι άσπρο-μαύρο. Ο Θεός όμως δίνει ευκαιρίες στον άνθρωπο μέχρι το τέλος της ζωής του και θα συνεχίσει να δίνει και στον υλιστή, για να καταστήσει το αδύνατο δυνατό. Ο υλιστής όμως δυσκολεύεται να ελπίσει. Προτιμά να συνεχίσει τη ζωή του όπως την έχει προσανατολίσει, αφήνοντας τον Θεό στην άκρη. Έτσι το περιθώριο της μετάνοιας σμικρύνεται. Παρόλα αυτά, τίποτε δεν μπορεί να προδικασθεί. Η αγάπη του Θεού είναι τόση, ώστε ο υλιστής θα έχει τις ευκαιρίες του. Μόνο που ο χρόνος κυλά εις βάρος του. Και η εξάρτηση από τα αγαθά, τον τρόπο του κόσμου, το εγώ του στερούν την ευκαιρία τόσο της αλλαγής όσο και της χαράς της νέας ζωής. Της στράτευσης στον δρόμο που ζητά ο Χριστός. Αυτόν της αγάπης, της διακήρυξης του λόγου που οδηγεί στη σωτηρία, του προσανατολισμού στην αιωνιότητα.
Αυτός είναι ο πολιτισμός μας σήμερα. Έχει μεταφέρει το αίσθημα της παντοδυναμίας όχι μόνο στους πλούσιους, αλλά και στον κάθε άνθρωπο που γοητεύεται από τα υλικά. Κάνει τον άνθρωπο να ξημεροβραδιάζεται στα καταστήματα για να αποκτήσει τα περιττά. Δεν του επιτρέπει να κατανοήσει την μεγάλη αλήθεια:  ότι μόνο η αγάπη για τον Θεό και τον συνάνθρωπο νοηματοδοτεί τη ζωή μας και μας κάνει να νικούμε τον θάνατο.  Ότι η ελπίδα μας έχει όνομα:  είναι η σχέση μας με τον Θεό και η εμπιστοσύνη στο θέλημά Του. Είναι ο δικός του δρόμος μέσα στην Εκκλησία. Και παρότι διαψευδόμαστε από τον υλισμό, επιμένουμε σ’  αυτόν. Για να μένουν τα υπαρξιακά «γιατί;» αναπάντητα.
Ας αγωνιστούμε για να αντιστρέψουμε την οδό του αδύνατου. Να βρούμε την αλήθεια που είναι ο Χριστός και να πάψουμε να λυπόμαστε για τα όσα υλικά δεν έχουμε. Να προσανατολίσουμε τη ζωή μας σ’  Αυτόν που μπορούμε να ακολουθήσουμε. Και γνωρίζοντας τα όριά μας να βρούμε τελικά την Ελπίδα που μέσα από την μετάνοια και το δόσιμο θα μας κάνει όχι να κληρονομήσουμε, αλλά να δοθούμε στη χαρά της Βασιλείας, η οποία θα μας βοηθήσει να χαρούμε και τα απλά εκείνα της ζωής που δεν μπορούμε να τα εκτιμήσουμε: την ομορφιά του κάθε ανθρώπου, την απλότητα, τη ζεστασιά του δοσίματος, της παραίτησης από ό,τι μας κάνει να χρησιμοποιούμε τους άλλους, όχι όμως και να δενόμαστε αληθινά μαζί τους !

Κέρκυρα, 27 Νοεμβρίου 2016