1/18/17

Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ, Ο ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΡΑΘΥΜΟΣ

              
  Οι νέοι έχουν όνειρα για επαγγελματική αποκατάσταση. Μπορεί η εποχή να απογοητεύει με την μεγάλη ανεργία και με την ελάχιστη σύνδεση των σπουδών με την αγορά εργασίας. Ωστόσο οι νέοι δεν παύουν να ελπίζουν. Αναζητούν την εργασία που θα τους βοηθήσει να αισθανθούν ότι εκπληρώνουν τον σκοπό των κόπων τους.
       Δεν είναι όμως μόνο η υλική εργασία που αξίζει και νοηματοδοτεί  τη ζωή. Είναι και η καλλιέργεια των χαρισμάτων μας, των ιδιαιτεροτήτων που μας καθιστούν ξεχωριστές προσωπικότητες. Είναι και η πνευματική εργασία, η απόφαση δηλαδή να παλέψουμε με τα πάθη μας και να καλλιεργήσουμε τις αρετές μας, έχοντας ζωντανή σχέση με τον Θεό, η οποία μας οδηγεί στην ελευθερία της ύπαρξης από την υποταγή στην ανάγκη, στην επιθυμία της αυτοθέωσης, στην προσκόλληση στο μάταιο.
         Η υλική και πνευματική εργασία, όπως και η καλλιέργεια των χαρισμάτων απαιτούν από τον νέο να προσέξει ποιο δρόμο θα ακολουθήσει, του δημιουργού, του διαχειριστή ή  του ράθυμου.
Δημιουργός είναι αυτός που κάνει το παραπάνω. Που δεν επαναπαύεται στα όσα πετυχαίνει  και την ασφάλεια που αισθάνεται στηριγμένος στα όσα έχει μάθει, στα όσα του προσφέρουν οι άλλοι, αλλά παλεύει να προσθέσει το καινούργιο. Είναι αυτός που δεν χορταίνει τον Θεό και τη σχέση μαζί Του. Είναι όποιος δε χορταίνει την αγάπη, αλλά ανοίγει την ύπαρξή του σ’  αυτήν ολοκληρωτικά. Όποιος δεν αρκείται στη γνώση της επιστήμης, αλλά ζητά την προσθήκη σ’  αυτήν του νέου. Όποιος δεν εφησυχάζει, αλλά έχει τη καλήν ανησυχία στην καρδιά του. Που ζητά όχι απλώς τη ζωή, αλλά την περίσσεια της.
Διαχειριστής είναι αυτός που μπορεί να συνεχίσει ένα έργο, να ασκήσει στην πράξη την επιστήμη που σπούδασε, μένοντας όμως στην αυτάρκεια. Αξιοποιεί τα χαρίσματά του, όχι για να χτίσει κάτι καινούργιο, αλλά για να κερδίσει από αυτά. Δεν θα τον θυμούνται για το κάτι παραπάνω, αλλά και δεν θα του αρνηθούν ότι κοπίασε στη ζωή του.
Τέλος, ράθυμος είναι αυτός ο οποίος φορτώνει στους άλλους την ευθύνη για την πορεία της ζωής. Για τα έργα τα οποία καλείται να κάνει, αλλά δεν έχει τη διάθεση και αρνείται να καταβάλει κόπο. Ζητά από τους άλλους τις λύσεις και καταγγέλλει τον κόσμο, χωρίς να παλεύει να αλλάξει ούτε καν τον εαυτό του. Αρκείται στην αγάπη των άλλων και θεωρεί  ότι είναι υποχρεωμένοι να του την προσφέρουν.
Στη ζωή της Εκκλησίας ακούμε για τον «ραθυμούντα». Η εποχή μας μπορεί να ομνύει στο δικαίωμα της εργασίας, έχει όμως εφεύρει και προβάλλει ισχυρούς τρόπους που οδηγούν στη ραθυμία. Η εικονική πραγματικότητα αφαιρεί τον κόπο από τη σχέση, ακόμη και από την ηδονή. Αφαιρεί την κριτική σκέψη. Αφαιρεί τη δημιουργικότητα από τη γλώσσα. Ακόμη και η φαντασία υποβαθμίζεται. Ο διαχειριστής πάλι θεωρείται ως αυτός ο οποίος δεν στερείται εξαιτίας του κόπου την ευχαρίστηση, διότι είναι ο μέσος όρος. Ο δημιουργός, τέλος, θεωρείται αποκλίνων. Ο Θεός όμως αποδέχεται τους γρηγορούντας. Εκείνους που δεν βολεύονται στην αυτάρκεια, αλλά τολμούν να ανοιχτούν. Εκκλησία, παιδεία και οικογένεια καλούνται να συνεργαστούν για να βοηθήσουν τους νέους να βγούνε από την ευκολία.  Και ο καθένας μας να ξαναβρεί την καλή ανησυχία. Για να δημιουργήσουμε!           

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της 18ης Ιανουαρίου 2017 

1/14/17

ΙΔΩΝ ΟΤΙ ΙΑΘΗ


        Στη ζωή μας χρειαζόμαστε αποδείξεις για να πειστούμε ότι αυτό που βλέπουμε ή ακούμε ή πληροφορούμαστε είναι αληθινό. Οι αποδείξεις είναι δύο ειδών: του λόγου και των αισθήσεων. Η λογική μάς δίνει επιχειρήματα σύμφωνα με την ικανότητα κατανόησης την οποία διαθέτουμε. Αυτή εξαρτάται από την παιδεία, την έγνοια, την φώτισή μας. Κάποτε όμως έχει να κάνει με το τι θέλουμε να πιστέψουμε και τι όχι. Μπορεί και να έχουμε από πριν πει ναι ή και όχι σ’  αυτό που καλούμαστε να αποδεχθούμε και ανάλογα να προσαρμόσουμε τα επιχειρήματα τα οποία προσλαμβάνουμε. Ισχύει το ότι πείθεται αυτός που θέλει να πειστεί. Υπάρχει όμως και η οδός των αισθήσεων. Είναι η ιδία αντίληψη που έχουμε επειδή είδαμε, ακούσαμε, ψηλαφήσαμε. Οι αισθήσεις δεν έχουν να κάνουν με αντικειμενικούς συλλογισμούς, αλλά με την ίδια την εμπειρία μας. Δεν χρειάζεται κάποιος να μας πείσει ή να κατασκευάσουμε επιχειρήματα υπέρ ή κατά. Είμαστε αυτόπτες και αυτήκοοι του γεγονότος ή της πληροφορίας. Κάποτε μπορεί να το έχουμε υποστεί οι ίδιοι. Οι αισθήσεις μπορεί να έχουν έντονο το στοιχείο του υποκειμενικού, όμως έχουν μια αυθεντικότητα. Προηγούνται του νου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο νους δεν πρέπει να φιλτράρει την εμπειρία, διότι κάποτε οι αισθήσεις μας βεβαιώνουν για την μία όψη του πράγματος. Όμως ο νους δεν μπορεί να τις ακυρώσει.
      Κάποτε ο Χριστός πορευόταν ανάμεσα στην περιοχή της Σαμάρειας και της Γαλιλαίας και συνάντησε δέκα λεπρούς. Αυτοί δεν τολμούσαν να Τον πλησιάσουν. « Έστησαν πόρρωθεν» (Λουκ. 17, 12). Στάθηκαν από μακριά. Μόνος τρόπος για να απευθυνθούν σ’  Αυτόν ήταν να φωνάξουν. «Ήραν φωνήν» (Λουκ. 17,13). Μόνος λόγος μπορούσε να είναι το «ελέησον ημάς». Ο Χριστός θα τους προτρέψει να πάνε στους ιερείς του Μωσαϊκού Νόμου, οι οποίοι, εκτός των άλλων, έλεγχαν την σωματική υγεία των λεπρών ανθρώπων και μπορούσαν να διαβεβαιώσουν για την δυνατότητα επανένταξης στην κοινότητα, εφόσον είχαν γιατρευτεί. Με την φωνή Του απαντά στη δική τους φωνή. Μακριά Του μένουν. Μακριά Του τους στέλνει. Έλεος ζητούνε και Εκείνος τους ελεεί, καθώς, κατά  τη διάρκεια της πορείας τους προς τους ιερείς, γίνονται καλά. Ο Χριστός εκπλήρωσε το αίτημά τους. Οι ίδιοι έχουν να συμμετάσχουν στην χαρά του θαύματος με δύο τρόπους. Ο ένας είναι να αφήσουν να βεβαιωθεί η ίαση. Ο άλλος είναι να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους σ’  Αυτόν που τους γιάτρεψε. Οι εννέα θα μείνουν στον πρώτο. Βλέπουν ότι γιατρεύτηκαν. Ξεχνούν όμως Ποιος τους γιάτρεψε. Υφίστανται το θαύμα στο σώμα τους. Το αντιλαμβάνονται και το βιώνουν με τις αισθήσεις τους. Δεν προχωρούν όμως να το φιλτράρουν με τη δύναμη της λογικής τους, όχι για να το αμφισβητήσουν, αλλά για να δούνε Ποιος το έκανε και γιατί το έκανε. Μόνο ένας, αλλοεθνής, μισητός στους Ιουδαίους λόγω της καταγωγής του, Σαμαρείτης, «ιδών ότι ιάθη, υπέστρεψε μετά φωνής μεγάλης δοξάζων τον Θεόν, και έπεσεν επί πρόσωπον παρά τους πόδας αυτού ευχαριστών αυτώ» (Λουκ. 17, 15-17). Όταν είδε ότι θεραπεύθηκε, γύρισε δοξάζοντας με δυνατή φωνή τον Θεό, έπεσε με το πρόσωπο στα πόδια του Ιησού και Τον ευχαριστούσε. Πάλι με δυνατή φωνή μιλά στον Θεό. Μόνο που αυτή τη φορά δεν στέκεται μακριά Του. Δε ζητά πλέον το έλεος, αλλά ευχαριστεί από την καρδιά του προσκυνώντας τον Λυτρωτή Του. Αποδίδοντας την ευχαριστία, λαμβάνει από τον Χριστό την ευλογία της σωτηρίας. «Η πίστις σου σέσωκέ σε» (Λουκ. 17, 19).
       Στη σχέση μας με τον Θεό σήμερα επικρατεί ο ορθολογισμός. Πολλοί δεν δέχονται την ύπαρξή Του ή αδιαφορούν γι’  Αυτόν. Ο Χριστός εξακολουθεί να περιοδεύει στις πόλεις και τη ζωή των ανθρώπων διά της Εκκλησίας, του λόγου και της εμπειρίας της. Οι άνθρωποι όμως δεν Τον βλέπουμε επειδή δε θέλουμε να Τον δούμε. Κι όταν έχουμε ανάγκη τότε σπεύδουμε να Τον συναντήσουμε, καταθέτοντας το αίτημά μας για έλεος. Μόνο που το έλεος αυτό έχει να κάνει με τα υλικά πράγματα, την πρόοδό μας ή -σε περίπτωση δοκιμασίας- με την υγεία μας. Με τις επιδιώξεις και τους σταυρούς μας. Συνήθως όμως τα χείλη ζητούν. Όχι η καρδιά. Και όταν ο Θεός μάς δίνει δεν έχουμε την ετοιμότητα της ευχαριστίας έναντί Του. Ευχαριστία και πίστη ζητά ο Χριστός, αντί του ελέους Του. Και τα δύο έχουν να κάνουν με τον τρόπο που προσλαμβάνουμε το θαύμα της παρουσίας Του στη ζωή μας. Και τα δύο δείχνουν καρδιά ανοιχτή στην εμπειρία. Αλλά και νου ο οποίος μπορεί, προσλαμβάνοντας την παρουσία του Χριστού, να χτίσει μία καινούργια ζωή.
     Οι αισθήσεις σήμερα συνοδεύονται από μία πνευματική, διανοητική αναίδεια. Ζητούμε την εμπειρική απόδειξη της παρουσίας του Θεού. Δεν βλέπουμε ότι είναι παρών στο μυστήριο της Ευχαριστίας και στην εκκλησιαστική ζωή. Είναι παρών στο πρόσωπο του συνανθρώπου μας. Είναι παρών όταν έχουμε αποφασίσει να ζητήσουμε το έλεός Του για να αποτινάξουμε την πνευματική λέπρα που παραμορφώνει το πρόσωπό μας. Την κακία. Την εμπάθεια. Τους λογισμούς που μας ταλαιπωρούν, που μας κάνουν εχθρούς του πλησίον μας. Αλλά και όταν η ζωή μας πηγαίνει όπως θα θέλαμε, δεν βλέπουμε το χέρι και τον λόγο του πίσω από την πορεία αυτή. Μπορεί να βλέπουμε ότι γιατρευόμαστε ή ότι αντέχουμε στις δυσκολίες μας, αλλά δεν επιστρέφουμε με την καρδιά μας σ’  Αυτόν.  Παραμένουμε μακριά Του. Μπορεί να φωνάζουμε, αλλά δεν είμαστε έτοιμοι εν ταπεινώσει να Τον προσκυνήσουμε και να Τον αποδεχθούμε ως τον Θεό μας. Μένουμε στην πρόσκαιρη εμπειρία των αισθήσεων, χωρίς να προσθέτουμε σ’  αυτές την λογική επεξεργασία  του «Ποιος και γιατί».
       Αυτό συμβαίνει συχνά και στην εν γένει πορεία μας στην πίστη.  Μένουμε στην εμπειρία των αισθήσεων, χαιρόμαστε τη γιορτή, την παράδοση, την ομορφιά να μη είμαστε μόνοι μας, το να ακούμε τη φωνή και τον λόγο του Θεού, όμως δεν αφήνουμε τον νου μας να προσθέσει το «Ποιος και γιατί». Για να γίνει η πορεία μας ευχαριστιακή, πορεία ευγνωμοσύνης, ταπείνωσης και πίστης. Εμπιστοσύνης σ’  Αυτόν που μας περιμένει. Η ζωή της Εκκλησίας μάς προσφέρει τον ευλογημένο συνδυασμό εμπειρίας και νου, ο οποίος περνά από την κοινωνία της καρδιάς μας με τον Χριστό. Ας Τον ζήσουμε!

Κέρκυρα, 15 Ιανουαρίου 2017     

1/11/17

ΝΕΟΙ, ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Οι νέοι της εποχής μας επηρεάζονται από αντιλήψεις που θέλουν να περιθωριοποιήσουν την πίστη, όπως ότι υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στην επιστήμη και τη θρησκεία. Το σχολείο και το πανεπιστήμιο αφήνουν να εννοηθεί ότι η επιστημονική γνώση έχει καταστήσει περιττή την ερμηνεία του κόσμου από την πίστη. Γιατί να μιλούμε για την δημιουργία του κόσμου από τον Τριαδικό Θεό με βάση την «Γένεση» της Παλαιάς Διαθήκης, όταν έχουμε την θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης και το μποζόνιο του Χίγκς;  Γιατί να μιλούμε για τον άνθρωπο ως «εικόνα Θεού», όταν επικρατεί η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, του ανθρώπου ως μετασχηματισμένου πιθήκου; Γιατί να θέλουμε να κατευθύνουμε τις σχέσεις μας με γνώμονα την αγάπη και την συγχώρεση που φέρνει η πίστη, όταν μπορούμε να δικαιώσουμε τον εαυτό μας και τις επιλογές μας μέσω της Ψυχολογίας;
        Διάφοροι επιστήμονες, περισσότερο ή λιγότερο σπουδαίοι, χρησιμοποιούν τα επιστημονικά κατορθώματά τους για να διαγράψουν από τη ζωή την μεταφυσική αναζήτηση και την αναφορά στον Θεό. Η επιστήμη γίνεται ο διαπρύσιος κήρυκας του υλισμού και του μηδενισμού, θεωρώντας τον θάνατο ως πέρας της ύπαρξης. Βεβαίως για τα μέτρα της επιστήμης το ερώτημα του Θεού είναι αναπάντητο. Δεν μπορεί ο Θεός να είναι μέγεθος που χωρά στην παρατήρηση και το πείραμα, στην αιτιοκρατική απόδειξη, στον νόμο των πιθανοτήτων, στις θεωρίες. Θα τον περιορίζαμε κλείνοντάς τον σε λέξεις και προτάσεις και φαινόμενα, ενώ η παραδοχή της ύπαρξης Του μας οδηγεί στο να Τον θεωρήσουμε πέρα από αυτά. Δυστυχώς, κάποιοι επιστήμονες, συνεπικουρούμενοι από ανθρώπους που δε θέλουν τον Θεό στη ζωή τους, αναλαμβάνουν ρόλο που δεν τιμά την ανάγκη για αντικειμενική γνώση. Είναι άλλο η γνώμη του επιστήμονα για τον Θεό, που είναι κι αυτή «πίστη», και άλλο η αντικειμενική γνώμη της επιστήμης για ένα «μέγεθος» το οποίο δεν μπορεί να μετρήσει. Δεν είναι επιστημονική τέτοια γνώμη.
       Είναι αυτονόητο ότι η επιστήμη απαντά στα ερωτήματα «πώς υπάρχουν ο κόσμος και ο άνθρωπος», «ποιοι νόμοι συγκροτούν την τάξη του σύμπαντος». Η πίστη απαντά στο ερώτημα «Ποιος και γιατί δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο». Οι νέοι μπορούν να κάνουν τον διαχωρισμό και να μην πέφτουν εύκολα θύματα της σύγχυσης των μεγάλων. Στην εποχή μας όμως κυριαρχεί το δόγμα «όλα επιτρέπονται» χωρίς Θεό. Έτσι ο όποιος περιορισμός, η όποια νηστεία αποτελούν φαινομενικά παραβίαση των δικαιωμάτων μας να κάνουμε ό,τι θέλουμε, να ορίζουμε τον εαυτό μας όπως επιθυμούμε. Ασχέτως αν τέτοια δόγματα είναι ψευδαισθήσεις, καθώς είμαστε ετεροκατευθυνόμενοι, βρίσκουν ωστόσο απήχηση στους νέους, που θέλουν να είναι ελεύθεροι. Μόνο όμως η πίστη ελευθερώνει διότι ανοίγει τον δρόμο για έξοδο από την αυτάρκεια του εγώ, για ανάσταση και αιωνιότητα, για την εμπειρία της Αλήθειας που είναι ο Θεός ως Πρόσωπο. Αυτά όμως θέλουν ταπεινότητα και αναζήτηση για να βιωθούν.    
         Ένας μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, επισημαίνει ότι η επιστήμη είναι γύμναση της ύπαρξης και του νου. Γι’  αυτό η Εκκλησία συζητά και δεν αρνείται την επιστημονική πρόοδο, παρότι βλέπει την σχετικότητα και τα όριά της. Καλεί όμως τους νέους να αφεθούν στην επίγνωση του «Ποιος» νοηματοδοτεί τη ζωή μας. Και εκεί βρίσκεται τελικά η αυθεντική απάντηση ακόμα και στα δύσκολα ερωτήματα!   

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 11 Ιανουαρίου 2017

1/7/17

ΚΑΤΑΛΙΠΩΝ ΤΗΝ ΝΑΖΑΡΕΤ

         
Στη ζωή μας χρειάζεται συχνά κάτι να αφήσουμε, για να βρούμε αυτό που χρειαζόμαστε αληθινά. Να πραγματοποιήσουμε έξοδο από τις συνήθειές μας, από τις βεβαιότητές μας, από τον ίδιο μας τον εαυτό.  Κάποτε χρειάζεται να αλλάξουμε και τόπο. Να εγκαταλείψουμε την ασφάλεια της ζωής μας, να διακινδυνεύσουμε καινούργια ξεκινήματα, προκειμένου να εκπληρώσουμε την αποστολή μας. Αυτός ο τρόπος έρχεται σε αντίθεση με το σύνδρομο του φόβου της απώλειας που συνδέει την ασφάλεια της ζωής και των σχέσεών μας. Οι περισσότεροι κρατάμε σταθερά αυτό που έχουμε διότι φοβόμαστε χωρίς αυτό,. Δυσκολευόμαστε να πείσουμε τους εαυτούς μας ότι πρέπει να προσαρμοστούμε σε μία καινούργια ζωή. Να συν-χωρήσουμε. Έτσι παραμένουμε όχι συντηρητικοί, αλλά φοβικοί. Διότι ο αληθινά συντηρητικός έχει να κάνει με τις αξίες στις οποίες παραμένει σταθερός, όχι με τις επιλογές που καλείται να κάνει στη ζωή του. Μπορείς να είσαι συντηρητικός στον τρόπου που βλέπεις τον κόσμο και την ζωή και στον τρόπο με τον οποίο χτίζεις τις σχέσεις σου. Να θέλεις να διαπνέονται από αξίες. Ο φοβικός άνθρωπος όμως δεν τολμά ούτε τις αξίες του να υπερασπιστεί στις σχέσεις του. Προτιμά  να μην κάνει σχέσεις. Προτιμά να μην ανοιχτεί, να μην υπερβεί τον τρόπο που ζει όταν διαπιστώνει ότι αυτός τον εγκλωβίζει σε αδιέξοδα. Σε απουσία μοιράσματος. Όταν διαπιστώνει ότι έχει κενά νοήματος και αγάπης. Προτιμά να βαφτίσει ως συντηρητισμό την αυτάρκειά του, παρά να παλέψει να πείσει άλλους για τις ιδέες του.
      Ο Χριστός, μετά την βάπτισή Του στον Ιορδάνη ποταμό, «καταλιπών την Ναζαρέτ ελθών κατώκησεν εις Καπερναούμ την παραθαλασσίαν εν ορίοις Ζαβουλών και Νεφθαλείμ» (Ματθ. 4, 13), «εγκατέλειψε την Ναζαρέτ και πήγε και έμεινε στην Καπερναούμ, πόλη που βρίσκεται στις όχθες της λίμνης, στην περιοχή των φυλών Ζαβουλών και Νεφθαλείμ». Για να ξεκινήσει το κήρυγμα της Βασιλείας των Ουρανών εγκατέλειψε την γη στην οποία μεγάλωσε, το σπίτι στο οποίο έζησε, την εργασία την οποία έκανε, τις σχέσεις με τους ανθρώπους που γνώριζε μέχρι τότε. Πραγματοποίησε μία ακόμη έξοδο. Εκτός από αυτήν της πληρότητας της θεότητας, στην οποία προσέθεσε την είσοδο στον κόσμο και την πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης, που ενώθηκε με την θεία στο Πρόσωπό Του, ο Κύριος πραγματοποιεί έξοδο από την μέχρι τότε πορεία Του στη ζωή. Γίνεται έτσι σημείο αναφοράς και για μας. Αυτήν την έξοδο θα την συνδυάσει όχι απλώς με το να έχει ως ορμητήριό του μία άλλη πόλη, την Καπερναούμ, αλλά και με το να εγκατασταθεί στην περιοχή των φυλών Ζαβουλών και Νεφθαλείμ. Η έξοδός Του δεν είναι μόνο τοπική ή από την συγγένεια και τις σχέσεις Του. Είναι και έξοδος από την καταγωγή Του. Ανήκε στη γενιά του Δαβίδ, στην φυλή του Ιούδα. Ήδη, με την εγκατάστασή Του στην Ναζαρέτ, η οποία ανήκε γεωγραφικά στη φυλή Ζαβουλών, είχε αποστεί της συγγένειάς Του. Τώρα πλέον οριστικά δείχνει ότι ενώ είναι Ιουδαίος στην καταγωγή, εγκαθίσταται σε μία περιοχή η οποία χαρακτηρίζεται ως «η Γαλιλαία των Εθνών», όπου η πλειοψηφία είναι ειδωλολάτρες. Το μήνυμα της Βασιλείας είναι για όλο τον κόσμο και αυτό σημαίνεται και συμβολικά με την μετεγκατάσταση του Κυρίου.
            Πώς μπορούμε στη ζωή μας να κάνουμε έξοδο από τον εαυτό μας, από τις συνήθειές μας, από την αυτάρκειά μας; Κάθε τέτοια έξοδος εύκολα κατακρίνεται. Οι άνθρωποι θεωρούμε ως ταυτότητα την αυτάρκειά μας. Ταυτότητα όμως είναι οι αξίες μας. Είναι ο τρόπος της ζωής μας. Είναι το να μοιραστούμε αυτό που είμαστε και αυτό που έχουμε με τους άλλους. Το αγκίστρωμα στην αυτάρκεια δεν βοηθά την ταυτότητά μας να κρατηθεί αδιαλώβητη, όπως πιστεύουμε, αλλά την καταδικάζει σε μαρασμό. Θα σβήσει μαζί μας, διότι δεν μπορεί να προσεγγίσει άλλους. Δεν μοιράζεται.  Έξοδο όμως από την αυτάρκειά του κάνει αυτός που γνωρίζει ποιος είναι αληθινά. Αυτός που δεν φοβάται. Αυτός που νιώθει ως αποστολή του το να μοιραστεί.
       Η εποχή μας ζητά από την Εκκλησία την συντήρηση του παρελθόντος. Πολλοί από τους χριστιανούς βολευόμαστε μ’  αυτή την απαίτηση. Δεν χρειάζεται να ανοιχτούμε. Δεν χρειάζεται ούτε καν να εντρυφήσουμε την ταυτότητα της πίστης μας σε βάθος. Αφού οι ταγοί της Εκκλησίας μας λένε ότι έτσι είναι τα πράγματα, γιατί να βάλουμε τον εαυτό μας σε αναζητήσεις; Έτσι, στις προκλήσεις που η κάθε εποχή αντιτάσσει, εμείς παραμένουμε στον τόπο και τον τρόπο μας, χωρίς να μας ενδιαφέρει όχι να βγούμε από τον τρόπο, αλλά από την ραθυμία που βαφτίζεται «παράδοση» και «συντηρητισμός». Ο Χριστός μας δείχνει ότι η αποστολή μας ως χριστιανών, ο καθένας με τα χαρίσματά και τις δυνατότητές του, είναι να βγούμε από το βόλεμά μας. Να προχωρήσουμε στη συνάντηση με τους άλλους. Να διαλεχθούμε. Όχι για να χάσουμε το μήνυμα και τις αξίες μας, αλλά για να δούμε πού και πώς μπορούμε να συναντήσουμε τις αξίες των άλλων και να συνυπάρξουμε μαζί τους, για να τους εμπνεύσουμε στην αλήθεια και να γίνουμε αφορμή για προβληματισμό από την πλευρά τους. Δεν κινδυνεύουμε, αν πιστεύουμε αληθινά στον Χριστό. Αν γνωρίζουμε ποιοι είμαστε. Ας παλέψουμε εναντίον της ραθυμίας μας και ας εμπιστευθούμε την βοήθειά Του στην γη Ζαβουλών και Νεφθαλείμ του κόσμου στον οποίο ζούμε. Για να δούμε «φως μέγα»!    

Κέρκυρα, 8 Ιανουαρίου 2017

1/5/17

ΟΨΕΤΑΙ ΠΑΣΑ ΣΑΡΞ ΤΟ ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


          Οι άνθρωποι έχουμε την τάση να ζητάμε αποκλειστικότητες στη ζωή μας. Χαιρόμαστε σχέσεις, αγαθά και εμπειρίες να είναι για μας και μόνο. Ακόμη και την παρουσία του Θεού την θέλουμε πρωτίστως για τον εαυτό μας. Γι’  αυτό και μετατρέπουμε τη σχέση μας με τον Θεό σε ατομικό γεγονός. Ζητούμε την κατανόηση του Θεού με βάση τον νου και τις δυνατότητές μας. Απαιτούμε από τους συνανθρώπους μας να συμμεριστούν τον δικό μας τρόπο. Και όχι μόνο. Είμαστε έτοιμοι να απορρίψουμε οποιονδήποτε δεν συμφωνεί με μας. Με την εμπειρία μας. Συχνά, χωρίς να κατανοούμε το γιατί διαφέρει από μας. Αυτό συμβαίνει και με τον Θεό. Τον θέλουμε στην αποκλειστικότητά μας. Στον τρόπο μας. Να σκέφτεται και να δρα όπως εμείς πιστεύουμε ότι πρέπει να κάνει. Και γι’   αυτό δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος για να Τον δούνε όλοι. Να μοιραστεί με όλους την χαρά της παρουσίας Του, της επιφάνειάς Του στον κόσμο, ότι «όψεται πάσα σαρξ το σωτήριον του Θεού» (Λουκ. 3, 6), «όλοι οι άνθρωποι θα δουν τη σωτηρία που προσφέρει ο Θεός».
     Στο γεγονός των Θεοφανείων, και τότε και σήμερα, φαίνεται η αδυναμία των ανθρώπων να κατανοήσουν ότι η Επιφάνεια του Θεού έγινε για όλο το ανθρώπινο γένος. Οι Ιουδαίοι πήγαιναν να βαφτιστούν στον Ιορδάνη ποταμό, για να απαλλαγούν από τις αμαρτίες τους. Είδαν τον Ιησού Χριστό να βαφτίζεται κι Αυτός από τον Πρόδρομο. Από τον νου τους θα πέρασε η σκέψη ότι κι Αυτός είναι ένας από εκείνους, υποκείμενος στη φθορά και στο κακό. Όμως δεν ήταν έτσι. Τον είδαν να προσεύχεται, όπως κι εκείνοι. Από τον νου τους θα πέρασε η σκέψη ότι κι Αυτός προσεύχεται στον Θεό για τις αμαρτίες Του. Όμως δεν ήταν έτσι. Είδαν τους ουρανούς να ανοίγουν και «το Πνεύμα το Άγιον σωματικώ είδει ωσεί περιστεράν καταβήναι  επ’  αυτόν» (Λουκ. 3, 22), το Άγιο Πνεύμα με ορατή μορφή, σαν περιστέρι, να κατεβαίνει σ’  Αυτόν. Από τον νου τους θα πέρασε η σκέψη ότι ήταν ένα σημάδι ευλογίας πάνω Του. Δεν ήταν όμως μόνο έτσι. Άκουσαν «φωνήν εξ ουρανού γενέσθαι λέγουσαν . συ ει ο υιός μου ο αγαπητός, εν σοι ευδόκησα» (Λουκ. 3,22), φωνή ότι ήρθε από τον ουρανό που έλεγε: «εσύ είσαι ο αγαπημένος μου Υιός, εσύ είσαι ο εκλεκτός μου». Από τον νου τους θα πέρασε η σκέψη ότι Αυτός που βαφτιζόταν θα ήταν ένας προφήτης, που ο Θεός Του ανέθεσε μία αποστολή όπως σε όλους τους προφήτες. Όμως δεν ήταν μόνο έτσι.
        Δύσκολα θα μπορούσε να περάσει από τον νου των Ιουδαίων που ήταν παρόντες ότι Αυτός που βαφτιζόταν δεν είχε αμαρτίες. Δεν ήταν υποκείμενος στην φθορά και το κακό διότι ο ερχομός Του στον κόσμο ήταν «κεκρυμμένον μυστήριον». Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος δεν ήταν απλώς ένα σημάδι ευλογίας, αλλά η ένδειξη ότι ο Χριστός, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ενηνθρώπησε όχι αυτόνομα, εγωκεντρικά, επειδή ο Ίδιος και μόνο Αυτός το θέλησε, αλλά εκπληρώνοντας το κοινό θέλημα και των Τριών προσώπων, του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Ο Χριστός δεν είχε ανάγκη να ευλογηθεί από τον Πατέρα ή το Άγιο Πνεύμα, καθώς ήταν ενωμένος μαζί Τους. Η παρουσία του Πνεύματος ήταν ένα σημάδι για τους ανθρώπους που έβλεπαν τον Κύριο ότι Αυτός είναι και κατά κόσμον χριστός, ο βασιλιάς όχι μόνο των Ιουδαίων, αλλά όλης της ανθρωπότητας. Η χρίση Του δεν έγινε με το λάδι δια του οποίου οι βασιλείς των Ιουδαίων χρίονταν από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά με το λουτρό του ύδατος, δια του οποίου δεν θα έδειχνε μόνο την ευσπλαχνία του ελαίου. Θα καθάριζε συνολικά τον άνθρωπο από τον ρύπο της αμαρτίας και την παντοδυναμία του θανάτου, αναγεννώντας τον σε μία νέα ζωή, αυτή της Βασιλείας των ουρανών. Το νερό όμως συνοδευόταν από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Γιατί δεν ήταν έργο ανθρώπου η κάθαρση, αλλά του Θεανθρώπου. Και γι’  αυτό ακούστηκε η φωνή του Θεού- Πατέρα, για να φανεί σε όλους ότι ο Χριστός δεν θα ήταν μόνο ένας προφήτης, ο λόγος του οποίου θα ήταν προς μετάνοιαν για τους ανθρώπους. Ο Χριστός θα κήρυττε λόγοις και έργοις την σωτηρία και την ίδια στιγμή δια του Σταυρού και της Αναστάσεως θα έκανε πράξη την επαγγελία του Θεού στους ανθρώπους ότι η κεφαλή του διαβόλου, του πρώτου επιλέξαντος και βιώσαντος το κακό και τον θάνατο, δεν θα είχε καμία δύναμη επάνω στον άνθρωπο και στον κόσμο.
         Η αδυναμία κατανόησης των παραπάνω θα διαφανεί και στη συνέχεια της επίγειας δράσης του Χριστού. Οι Ιουδαίοι ήθελαν έναν Θεό μόνο γι’  αυτούς. Να θαυματουργεί στους δικούς τους και σύμφωνα με τους δικούς τους νόμους και τις δικές τους συνήθειες. Και γι’  αυτό, παρότι είδαν και άκουσαν όλα τα θαυμαστά που είπε και έπραξε ο Χριστός, Τον απέρριψαν και Τον σταύρωσαν. Αρνήθηκαν τον αγιασμό από Αυτόν. Προτίμησαν την αυτάρκειά τους. Δεν αποδέχτηκαν ούτε τον προφητικό λόγο  ότι «όψεται πάσα σαρξ το σωτήριον του Θεού». Οι ίδιοι έκλεισαν τα μάτια και του σώματος και της καρδιάς.
      Αυτή η δυσκολία κατανόησης συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Οι άνθρωποι αδιαφορούν για το περιεχόμενο της Θείας Επιφάνειας και μένουν στον τύπο και τα σημεία της. Στον αγιασμό των υδάτων και των οικιών. Στις τελετές και στο γιορταστικό κλίμα. Στην παράδοση που γίνεται έθιμο. Δεν μπορούν να δούνε ότι δια της φανερώσεως του Τριαδικού Θεού ξεκίνησε ένας καινούργιος κόσμος και ένας καινούργιος τρόπος, αυτός της Βασιλείας των ουρανών που βιώνεται στην Εκκλησία. Ότι καλούμαστε να στρέφουμε τον νου και την καρδιά μας στο Πρόσωπο του Χριστού ως Εκείνου που μας σώζει από τις αμαρτίες μας. Που μας συγχωρεί για τα πάθη και τα λάθη μας και μας δίνει την δυνατότητα να ξεκινήσουμε από την αρχή την πορεία μας για μία άλλη ποιότητα, για ένα άλλο περιεχόμενο στις σχέσεις μας με τον Θεό και τον πλησίον. Να αφεθούμε στο θέλημα του Θεού, με εμπιστοσύνη και αγάπη σ’  Αυτόν και να μην θεοποιούμε το δικό μας θέλημα. Να ενωνόμαστε με τον Χριστό, κοινωνώντας το Σώμα Του και το Αίμα Του, και την ίδια στιγμή να ενωνόμαστε με τον πλησίον μας κοινωνώντας στο πρόσωπό του την χαρά της συνύπαρξης. Αφήνοντας κατά μέρος διαχωρισμούς. Κακίες. Εμπάθεια. Την ανάγκη μας και την ανάγκη του. Να βρίσκουμε σ’   εκείνο την ευκαιρία του μοιράσματος. Αλλά και να αποδεχόμαστε τον Χριστό ως βασιλιά της ύπαρξής μας. Να ελπίζουμε σ’  Αυτόν ότι ο θάνατος από την φθορά και τα πάθη δε θα μας αγγίξει. Ότι κάθε τι που κάνουμε στη ζωή μας, αν είναι σύμφωνο με τον λόγο Του, έχει νόημα, διότι μας φέρνει πιο κοντά Του.  Να ζητούμε την φώτιση του νου και της καρδιάς, που δεν έρχεται με την γνώση και την σοφία του κόσμου, αλλά με την απλότητα και την ταπείνωση. Αν δεν λειτουργήσουμε έτσι, τότε θα μένουμε στην αυτάρκεια όχι μόνο του να θέλουμε έναν Θεό για τα δύσκολά μας, αλλά και να μένουμε ευχαριστημένοι με την τήρηση των συνηθειών μας.
   Το Ποιος ήταν ο Χριστός το κατάλαβε ο Ιωάννης ο Πρόδρομος. Είχε την επίγνωση ότι προετοίμαζε την οδό του Κυρίου. Ήξερε πως βάφτιζε τους ανθρώπους με το υλικό νερό, ως σύμβολο κάθαρσης, όχι όμως με το Άγιο Πνεύμα και το πυρ,  με τον τρόπο της ανακαίνισης της ύπαρξης και της αναδημιουργίας της, όπως θα έκανε ο Κύριος. Γνώριζε ότι θα έπρεπε να αφυπνίσει ηθικά τους ανθρώπους, για να έρθει ο Χριστός να τους μεταμορφώσει συνολικά. Κλήθηκε να απευθυνθεί στους Ιουδαίους, για να τους βγάλει από την αυτάρκειά τους, να τους δείξει ότι ο Μεσσίας θα ήταν για όλους. Και γι’  αυτό, με απλότητα και ταπείνωση δέχτηκε να βαφτίσει τον Κύριο. Και να γίνει πρόδρομός Του ακόμη και στον Άδη.
     Η εορτή των Θεοφανείων μας δίνει την δυνατότητα να δούμε ξανά το σωτήριον του Θεού. Όχι για να εγκλωβιστούμε στη αυτάρκειά μας ή στην αποκλειστικότητα ενός Θεού για τις δοκιμασίες και τον θάνατο, αλλά για να ψηλαφήσουμε στο Πρόσωπό Του την ανακαίνιση και τον αγιασμό της ύπαρξής μας. Στην Εκκλησία χωρούνε οι πάντες. Η Εκκλησία είναι και για όσους δεν πιστεύουν, για να τους βοηθήσει να δούνε το σωτήριον του Θεού, τον λόγο για τον οποίο ο Θεός υπάρχει και έγινε άνθρωπος. Είναι η Αγάπη η οποία με τον τρόπο της Εκκλησίας μας δίνει νέο νόημα στη ζωή, στις σκέψεις, στις πράξεις μας, στις σχέσεις μας. Μας κάνει να μοιραζόμαστε ό,τι μας έχει δοθεί και να συμπορευόμαστε. Να γιορτάζουμε με όλους. Με τον κόσμο, τον άνθρωπο, τους οικείους και τους ξένους την φώτιση και την υπέρβαση των παθών μας. Τον τρόπο μας τον δίνει η Εκκλησία. Την βίωση ο καθένας μας! Εκείνος όμως είναι πάντοτε δίπλα μας και ζητά να φωτιστούμε. Να αφεθούμε στην χάρη του Επιφανέντος Θεού και να συνοδοιπορήσουμε μαζί Του από τον Ιορδάνη στην Βασιλεία, στην Εκκλησία που ανακαινίζει τη ζωή μας. Ιδού η νέα αρχή που έχουμε ανάγκη!

Κέρκυρα, 6 Ιανουαρίου 2017      

1/4/17

Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΤΙΣΗΣ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

               
Ένα από τα μεγάλα προβλήματα των καιρών μας είναι η οικολογική κρίση. Παρά την μονομερή ενασχόλησή μας με την οικονομία, τα οικολογικά κινήματα, κυρίως μέσω του Διαδικτύου, καλούν τους νέους να δραστηριοποιηθούν. Να συγκεντρώσουν υπογραφές παλεύοντας εναντίον της καταστροφής της ατμόσφαιρας, της χλωρίδας και της πανίδας η οποία συμβαίνει χάριν του άμετρου κέρδους ισχυρών κρατών και μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών. Να προστατεύουν το περιβάλλον με δενδροφυτεύσεις, με ανακύκλωση, με  μάζεμα των σκουπιδιών από τα πεζοδρόμια και τις ακτές.
       Τα οικολογικά κινήματα σήμερα διακατέχονται συχνά από μία νεοπαγανιστική διάθεση έναντι της φύσης. Λατρεύουν την κτίση, προσωποποιώντας την. Θεοποιούν τη φύση  ως τον μεγάλο δάσκαλο του ανθρώπου. Όμως αυτός ο δρόμος δεν επιτρέπει να δούμε την Κτίση εν σχέσει με τον Κτίσαντα, διότι η φύση δεν είναι αυθύπαρκτη, ούτε άχρονη. Είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον Δημιουργό και Κτίστη της, τον Τριαδικό Θεό. Επομένως η περιφρόνηση της κτίσης έχει να κάνει με την απιστία και την ασέβεια έναντι του Θεού και αποτελεί για την Εκκλησία αμαρτία, αποτυχία δηλαδή να βρούμε τον αληθινό προορισμό μας, ο οποίος έγκειται στο να εργαζόμαστε στον κόσμο με σεβασμό σ’  αυτόν και να τον προφυλάσσουμε από τη φθορά, για να συναντήσουμε και μέσω αυτής της οδού τον Θεό.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας αναφέρουν ότι μέσα από τα κτίσματα, τη φύση, μπορούμε να έχουμε μία μερική γνώση, μία φυσική θεωρία του Θεού. Ο άνθρωπος, βλέποντας την αρμονία και το κάλλος του κόσμου, καλείται να αναλογιστεί για ποιον λόγο ο Θεός «τα πάντα εν σοφία εποίησε» και ότι το αληθινό νόημα της ζωής έγκειται στη γνώση και την κοινωνία με Αυτόν, όπως φανερώθηκε σε μας στο Πρόσωπο του Χριστού.
Ο Χριστός αγίασε την κτίση και όταν βαπτίστηκε στον Ιορδάνη ποταμό και όταν πήρε στα χέρια Του και ευλόγησε το ψωμί και το κρασί, παραδίδοντας το μυστήριο της Ευχαριστίας. Αυτό συνεχίζει να πράττει η Εκκλησία εν Αγίω Πνεύματι στους αιώνες. Να αγιάζει τα ύδατα, για να δείξει ότι τα πάντα προσλαμβάνουν την χάρη του Θεού, αλλά και να χρησιμοποιεί το υλικό στοιχείο, το οποίο είναι κτιστό, για τον δικό μας αγιασμό. Στην Θεία Λειτουργία το υλικό μεταβάλλεται σε Σώμα και Αίμα Χριστού, για να λάβουμε «άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιώνιον».  Δεν είναι η φύση θεός. Αγιάζεται με την παρουσία και την ευλογία του Θεού, με σκοπό Εκείνον να ζήσουμε και να συναντήσουμε.
Για την Εκκλησία τα οικολογικά κινήματα, παρότι χρήσιμα, δεν απαντούν στο ερώτημα «πώς σώζεται ο άνθρωπος;». Όσο δεν ξεκινούμε από την προτεραιότητα της σχέσης μας με τον Χριστό, τόσο η αλλαγή στάσης ζωής έναντι της φύσης θα μένει στο επίπεδο του κτιστού. Η μετάνοια είναι η αφετηρία για να δούμε την κτίση στην αυθεντική της αποστολή. Και γι’  αυτό στους νέους χρειάζεται να δείξουμε την αυθεντικότητα της χριστιανικής ζωής και έναντι του περιβάλλοντος. Αυτήν των αγίων.
Ο αγιασμός και των υδάτων γίνεται δια του σημείου του Σταυρού. Η σχέση μας με τον άνθρωπο, όπως και με τον κόσμο προϋποθέτει την ανάληψη του Σταυρού να παραιτηθούμε από την θεραπεία του εγώ μας και να αγαπήσουμε. Για να είναι και η οικολογική έμπνευση αυθεντική. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 4 Ιανουαρίου 2017

1/1/17

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ Η ΧΑΡΑ




Η αλλαγή του χρόνου για το κοσμικό πρότυπο ζωής συνοδεύεται από πλήθος εκδηλώσεων που μαρτυρούν την ανάγκη του ανθρώπου να χαρεί, να ελπίσει, να φανεί αισιόδοξος. Δίνουν και παίρνουν οι ευχές. Τα αυτονόητα θα έλεγε κάποιος. Όμως το ζητούμενο είναι η χαρά την οποία ευχόμαστε να την ζούμε αληθινά και με διάρκεια. Αυτό το «καλή χρονιά» να μην είναι η ευχή των πρώτων ημερών ή της βασιλόπιττας, αλλά να είναι η έγνοια μας για όλο τον χρόνο. Όσο εξαρτάται από μας, να παλεύουμε ώστε η χρονιά να είναι όντως καλή. Να μην έχει να κάνει μόνο με την εκπλήρωση των στόχων μας, αλλά να συνδέεται με την αλλαγή της καρδιάς μας. Για να έχει διάρκεια η χαρά σε μία ύπαρξη η οποία έχει νόημα ζωής και η οποία μπορεί να διαχειριστεί και τα λυπηρά και τα ευχάριστα με το μέτρο της παρουσίας του Χριστού στη ζωή μας.
Στον εσπερινό της Πρωτοχρονιάς, της ημέρας μνήμης του Αγίου Βασιλείου, επισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας του θαυματουργού, διαβάζουμε ένα μικρό απόσπασμα από τις Παροιμίες της Παλαιάς Διαθήκης, το οποίο αναφέρεται στην ενυπόστατο Σοφία του Θεού, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος.  «Εγώ ήμην, η προσέχαιρε . καθ’ ημέραν δε ευφραινόμην εν προσώπω αυτού εν παντί καιρώ» (Παροιμ. 8,30). «Εγώ είμαι η αιτία της χαράς Του. Κι εγώ χαίρομαι καθημερινά κοινωνώντας με το πρόσωπό Του για πάντα». Ο Υιός είναι η χαρά του Πατρός. Και ο Πατήρ η χαρά του Υιού για πάντα. Η χαρά έχει να κάνει με την κοινωνία των προσώπων. Και η χαρά είναι απερίγραπτη και αιώνια, δεν μετριέται στον χρόνο και ούτε με τον χρόνο.
Αν προεκτείνουμε τον λόγο αυτό στα  πρόσωπα των αληθινών νικητών του χρόνου, που είναι οι άγιοί μας, τότε θα διαπιστώσουμε ότι η χαρά στη σχέση του Χριστού, της ενυποστάτου σοφίας του Θεού, με τους ανθρώπους λειτουργεί αμοιβαία. Ο Θεός χαίρεται με τους μιμητές του Υιού Του και εκείνοι με την κοινωνία με το πρόσωπο του Κυρίου. Και η χαρά του Θεού είναι τριπλή: χαίρεται διότι οι άγιοι επέλεξαν να είναι παιδιά Του. Χαίρεται διότι βλέπουν και τους άλλους ανθρώπους ως παιδιά του Θεού και αδέλφιά τους. Χαίρεται διότι εντός τους υπάρχει η προσδοκία της αιωνιότητας.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μέγας Βασίλειος, υπάρχουν τρία κίνητρα για την σχέση του ανθρώπου με τον Θεό:  ο φόβος της κολάσεως, που κάνει τον άνθρωπο να θέλει να είναι δούλος του Θεού, για να μην τιμωρηθεί για τις αμαρτίες του. Ο μισθός τον οποίο ο άνθρωπος προσδοκεί ότι θα λάβει, εφόσον τηρεί τις εντολές. Η αγάπη, η οποία κάνει τον άνθρωπο να παραδίδεται στην πατρότητα του Θεού και να εμπιστεύεται. Ο φόβος λειτουργεί ως δουλεία. Ο μισθός ως σχέση συναλλαγής. Η αγάπη ως σχέση υιότητας. Κανέναν δεν απορρίπτει ο Θεός. Ωστόσο, μείζων των πάντων η αγάπη (Α’  Κορ. 13,13). Ο Θεός χαίρεται και συνεργεί σε όλα σε εκείνους που επιλέγουν να είναι παιδιά Του. Να Τον αγαπούν πληρωτικά και να βρίσκουν ασφάλεια κοντά Του, ακόμη κι αν κάποτε η αγάπη είναι σκληρή, περιλαμβάνει δοκιμασίες, είτε για να μην υπερηφανεύεται ο άνθρωπος, είτε για ην υπομονή του.
Ο Θεός εικονίζεται στο πρόσωπο του κάθε πλησίον. Νόημα στη ζωή έχει η συνύπαρξη. Και αυτή δεν είναι αυθεντική, χωρίς την αγάπη. Η έκφρασή της είναι η προσευχή, ιδίως για τους εχθρούς, αλλά και για όλο τον πεπτωκότα Αδάμ (γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ). Η έκφρασή της είναι η ελεημοσύνη και η ευσπλαχνία. Είναι η συγχώρεση μέσα από την καρδιά που πλαταίνει και ανοίγεται. Και αναπαύεται ο Θεός σε μία τέτοια στάση ζωής. Και χαίρεται με τον άνθρωπο που αγαπά και δίδεται στον πλησίον του, αγωνιζόμενος να υπερβεί  κάθε ιδιοτέλεια και ανταπόδοση.
Ο Θεός  χαίρεται με εκείνους οι οποίοι προσδοκούν την αιώνια κοινωνία μαζί Του. Γνωρίζουν την αναξιότητά τους. Είναι εν μετανοία. Δεν φοβούνται όμως τον θάνατο, διότι έχουν στηρίξει το νόημα της ζωής και την ελπίδα τους στον ουρανό. Και αποτυπώνουν αυτή την προσδοκία της αιωνιότητας στο μυστήριο της Ευχαριστίας. Στην θεία λειτουργία, όπου συναντιούνται οι καρδιές, τα βλέμματα και οι προσδοκίες με τον Χριστό και τους Αγίους, για να ξεκινά συνεχώς  η χαρά της αιωνιότητας, όχι μόνο ως ανάμνηση, αλλά ως εμπειρία ζωής και ευλογία που αλλάζει τον άνθρωπο υπαρξιακά. Διότι ο Χριστός προσφέρει και προσφέρεται. Και η χαρά είναι πεπληρωμένη.
Απέναντι σ’  αυτήν την ευλογία της χαράς, την οποία και ο Θεός και ο άνθρωπος μοιράζονται, ο κόσμος ζητά στον προσωρινό χρόνο της ζωής, ο οποίος θα συνεχίσει την πορεία του ακόμη κι όταν ο καθένας μας θα εξέλθει από αυτόν δια του θανάτου, τις εφήμερες χαρές του πολιτισμού και της καθημερινότητας. Αντί για την υιοθεσία από τον Θεό, ο άνθρωπος διαλέγει την αυτονόμηση. Την αυτοθέωση. «Δεν μου χρειάζεται ο Θεός» είναι το μότο των πολλών. Η δύναμη του μυαλού, της γνώσης, της επιστήμης, η αίσθηση της παντογνωσίας έχουν γεννήσει έναν ανθρώπινο τύπο, ο οποίος έχει στείλει τον Θεό στη γωνία. Αλλά και ο πλησίον δεν μας χρειάζεται ως πρόσωπο, ως πηγή χαράς και κοινωνίας. Υπάρχει μόνο για να τον χρησιμοποιούμε για την εκπλήρωση των αναγκών μας, κυρίως της ηδονής, αλλά και της προσωπικής μας αυτάρκειας. Έτσι δεν μας ενδιαφέρει η συνύπαρξη, αλλά η εξουσία. Το ίδιο συμβαίνει και με την προσδοκία της αιωνιότητας. Δεν μας αφορά, αλλά μένουμε στο σήμερα, στο «να περνάω καλά» , «εδώ και τώρα». Τον θάνατο ζητούμε να τον ξεγελάσουμε, να τον αναστείλουμε. Προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχει και γι’  αυτό είναι αδύνατον να τον διαχειριστούμε.
Τα πρότυπα των Αγίων μας, όπως ο εκ των κορυφαίων των Πατέρων Μέγας Βασίλειος, μας δείχνουν πώς μπορούμε να διαχειριστούμε τον χρόνο μας, αλλά και να βρούμε την χαρά που διαρκεί. Η υιοθεσία μας από τον Θεό, η συνύπαρξη της αγάπης και η προσδοκία της αιωνιότητας νοηματοδοτούν αληθινά την ζωή μας, διότι μας δείχνουν πώς μπορούμε να βιώσουμε την δεδομένη αγάπη του Θεού. Και αυτή είναι που τελικά μας κάνει να χαιρόμαστε αληθινά, ότι ο χρόνος μας δόθηκε για να είμαστε παιδιά του Θεού, άνθρωποι που στοχεύουμε στην αιωνιότητα δια της αγάπης. Στον δρόμο δηλαδή της Εκκλησίας, που κάνει την χαρά να μη μένει στην γιορτή, αλλά να κρατά στην καρδιά μας!

Κέρκυρα, 1η Ιανουαρίου 2017