2/26/17

ΝΗΣΤΕΙΑ, ΜΙΑ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΛΕΞΗ

Νηστεία, μια παράξενη λέξη.
Θυμίζει στέρηση, παραίτηση από το δικαίωμά μας να φάμε ό,τι θέλουμε, να ζήσουμε όπως θέλουμε, θυμίζει απαγόρευση, θυμίζει παλαιότερες εποχές.
Στους περισσότερους φαίνεται αστείο να βάζεις περιορισμούς στον εαυτό σου....
«Γιατί;», ρωτούν, σε μια εποχή που όλα επιτρέπονται.
Ποιο το νόημα;
Κι όμως, πίσω απ’ την αλλαγή του φαγητού κρύβεται ένας άλλος τρόπος ζωής,
Αφάνταστα νεανικός, ερωτικός και επαναστατικός.
Παραιτούμαστε από τα δικαιώματά μας γιατί αγαπούμε Εκείνον περισσότερο απ’ όλα.
Αλλάζουμε την τροφή μας, γιατί κάνουμε υπακοή στα λόγια Του, στο παράδειγμά Του, ως μια μικρή ανταπόκριση στη θυσία Του.
Κάνουμε αντίσταση στο ρεύμα των πολλών, όχι γιατί εμείς είμαστε οι καλοί, αλλά γιατί θέλουμε να τους σκεφτόμαστε και να ζούμε γι’ αυτούς.
Γιατί μόνο όποιος μαθαίνει να παραιτείται από τα δικαιώματά του, μπορεί να αγαπήσει πραγματικά τον άλλο, γιατί μπορεί να του δώσει, να του προσφέρει χωρίς να νοιαστεί να πάρει απ’ αυτόν.
Γιατί όποιος ξέρει ότι μπορεί να ζήσει χωρίς κρέας, χωρίς γάλα, χωρίς τυρί, χωρίς αυγό, ξέρει ότι μπορεί να ζήσει και χωρίς εγωισμό, χωρίς να τα θέλει όλα δικά του.
Ξέρει ότι μπορεί να αγαπήσει και να προσευχηθεί για τον άλλο, ότι μπορεί να τον ακούσει θυσιάζοντας το χρόνο του, μπορεί να νιώσει τον καημό του, να αγγίξει το δάκρυ του, να χαρεί με το χαμόγελό του.
Και δεν είναι δύσκολο να νηστέψεις, όχι μόνο από τα φαγητό, αλλά και από ό,τι σε χωρίζει από το Χριστό και τον άλλο, που είναι η αμαρτία και το ψέμα.
Δεν είναι δύσκολο ν’ αφήσεις το μίσος και την κακία κατά μέρος, αρκεί να το ζητήσεις απ’ Αυτόν που σ’ αγαπά.
Αρκεί να βάλεις αρχή προσπάθειας στη ζωή σου, σα να ξεκινάει τώρα
Αρκεί να μην πεις «δεν θα ξεχωρίσω», «δεν θέλω να με ειρωνευτούν», «δεν πειράζει, έχω χρόνο».
Αρκεί να νιώσεις ότι «είναι κάτι» να το παλέψεις.
Κι έχει νόημα γιατί είναι η παράδοσή μας, είναι η ιστορία μας και νηστεύοντας κρατάς κάτι που ισχύει 2000 χρόνια τώρα.
Γίνεσαι συνεχιστής μιας κίνησης ζωής προς Αυτόν που μας δίνει Ζωή.
Ξέρω ότι δεν είμαι μόνος μου στον αγώνα μου αυτό, ξέρω ότι είσαι κι εσύ μαζί μου, κι είμαστε κι άλλοι.
Γιατί μέσα απ’ τη νηστεία και την γιορτή βρίσκουμε το κλειδί της πίστης που ξεκλειδώνει την ψευτιά του σήμερα,
το κλειδί της πίστης που δίνει αλλιώτικο νόημα στη ζωή μας
Και ξέρω ότι θέλεις αυτό το νόημα,
γιατί πιστεύεις, γιατί ο Θεός υπάρχει μέσα σου!
Καλή Σαρακοστή!


π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Γράφτηκε για τις "Ψηφίδες" ,
την νεανική έκδοση
της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος και Αλμυρού
για το τεύχος 57- Μάρτιος 2002

2/25/17

ΣΥ ΔΕ ΝΗΣΤΕΥΩΝ ΑΛΕΙΨΑΙ ΣΟΥ ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΗΝ

         
Η νηστεία αποτελεί μία από τις κύριες πτυχές της χριστιανικής παράδοσης. Οι περισσότεροι βεβαίως άνθρωποι σήμερα θεωρούν τέτοιες κινήσεις εθιμικές. Μία αλλαγή στον τρόπο της ζωής μας, η οποία όμως δεν μπορεί να έχει συστηματικό χαρακτήρα. Επικρατεί στον νου και την καρδιά μας το «δεν μπορώ περισσότερο». Κάποιοι πάλι θεωρούν πως η νηστεία είναι χρήσιμη αναφορικά με την αλλαγή διατροφής με σκοπό την σωματική ευεξία. Την συνδυάζουν με την μεσογειακή διατροφή και επικαλούνται οδηγίες ειδικών. Άλλοι πάλι χρησιμοποιούν ως πρόφαση έναν λόγο που τον αποδίδουν στον Χριστό: «τα εξερχόμενα βλάπτουν, όχι τα εισερχόμενα». Έτσι, σαν να είναι άγιοι στα υπόλοιπα της ζωής τους, στα εξερχόμενά τους, περιφρονούν την νηστεία. Ωστόσο υπάρχουν και εκείνοι οι οποίοι αισθάνονται την ανάγκη να ακολουθήσουν το πνευματικό πρόγραμμα της Εκκλησίας, να παλέψουν ώστε η αγία και μεγάλη Τεσσαρακοστή να γίνει εφαλτήριο άσκησης και αγώνα, με όπλο την νηστεία, ώστε να ξαναδούνε τον εαυτό τους και τον τρόπο ζωής μέσα στον κόσμο και τον πολιτισμό, όπου η έννοια της στέρησης και μάλιστα της εκούσιας αποτελεί αφορμή μεγάλης αντίδρασης. Ο σύγχρονος άνθρωπος στερείται μόνο όταν αναγκάζεται. Εγκρατεύεται υποχρεωτικά όταν οι περιστάσεις της ζωής του το επιβάλουν. Αν μπορούσε να ακολουθεί τις επιταγές του πολιτισμού, θα έτρωγε και θα ζούσε όπως το θέλημά του θα τον καθοδηγούσε, χωρίς να στερείται κάτι και μάλιστα εκούσια.
        Ο Χριστός, στο ευαγγέλιο που διαβάζουμε την Κυριακή της Τυρινής και το οποίο είναι απόσπασμα από την επί του όρους ομιλία Του, θεωρεί αυτονόητη την νηστεία για τους ανθρώπους. Δεν είναι μόνο ο μωσαϊκός νόμος, ο οποίο την θεωρούσε προϋπόθεση για μετοχή στο θέλημα του Θεού.  Είναι και η δική Του διδασκαλία για τον κόσμο. Η νηστεία, δηλαδή η εκούσια στέρηση συγκεκριμένων τροφών για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, μας οδηγεί σε έναν τρόπο ζωής ο οποίος βλέπει τόσο την τροφή όσο και τον χρόνο διαφορετικά. Η τροφή δεν είναι η προτεραιότητα για να έχει η ζωή μας νόημα. Η τροφή δεν ακυρώνει τον θάνατο. Μας συντηρεί στη ζωή, χωρίς όμως να την νοηματοδοτεί. Η εκούσια στέρηση της τροφής τόσο γενικά όσο και με εναλλαγή των ειδών της, γίνεται αφετηρία για να αναζητήσουμε τον Ίδιο ως τον Άρτο της Ζωής . δηλαδή ως το Θεανθρώπινο Πρόσωπο που αναδέχεται τα πάθη μας, όσο και τα χαρίσματά μας για να οδηγήσει τον εαυτό μας τόσο στην κάθαρση από την επιλογή μιας ζωής που μένει στο σήμερα, αλλά και στην αξιοποίηση των χαρισμάτων μας στην προοπτική της διακονίας του πλησίον. Νηστεύω σημαίνει νιώθω ότι καλούμαι να στερηθώ την αυτάρκεια των χαρισμάτων μου, να κάνω έξοδο από το εγώ μου και να προσφερθώ στον πλησίον μου, για να βρίσκεται εκεί ο αληθινός θησαυρός μου. Έτσι νοηματοδοτείται αλλιώτικα και ο χρόνος μου.  Διότι γνωρίζω ότι δεν είναι το φαγητό και μάλιστα η απόλαυσή του που τον ομορφαίνουν. Είναι η σχέση με τον Άρτο της Ζωής, σημείο της οποίας είναι η υπακοή στον λόγο και το παράδειγμά Του. Αγαπώ τον Χριστό σημαίνει εμπιστεύομαι την οδό που μου έδειξε. Την κένωσή Του από το να είναι μόνο Θεός. Την εκούσια στέρηση και παραίτηση από την παντοδυναμία να ζήσει και να επιβληθεί έναντι του κόσμου, τον οποίο ο Ίδιος δημιούργησε. Ακόμη και την μικρή παραίτηση από την τροφή, όπως μας απέδειξε με την νηστεία Του στο Σαραντάριο Όρος πέραν του Ιορδάνου, μετά την Βάπτισή Του.
       Η νηστεία για τον Κύριο έχει τις δικές της προϋποθέσεις. Πρώτον  να μην είναι υποκρισία. Δεύτερον να είναι χαρά. Και τρίτον να έχει έναν χαρακτήρα εσωτερικής αναγέννησης, στροφής προς τον εαυτό μας και αναζήτησης του Θεού Πατρός. «Συ δε νηστεύων άλειψαί σου την κεφαλήν και το πρόσωπόν σου νίψαι, όπως μη φανής τοις ανθρώποις νηστεύων, αλλά τω πατρί σου τω εν τω κρυπτώ, και ο πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ αποδώσει σοι εν τω φανερώ» (Ματθ. 6, 17-18). «Εσύ, όταν νηστεύεις, περιποιήσου τα μαλλιά σου και νίψε το πρόσωπό σου, για να μη φανεί στους ανθρώπους η νηστεία σου, αλλά στον Πατέρα σου, που βλέπει τις κρυφές πράξεις . και ο Πατέρας σου, που βλέπει τις κρυφές πράξεις, θα σου το ανταποδώσει φανερά». Οι υποκριτές της εποχής του Χριστού έδιναν την εικόνα μίας εξωτερικής εγκατάλειψης του σώματός τους, προκειμένου να φαίνονται ότι νηστεύουν και οι άνθρωποι να τους επαινούν και να τους δοξάζουν. Ο Χριστός μας ζητά, όταν νηστεύουμε, να συνεχίζουμε  την ζωή μας με χαρά.  Να εντάσσουμε την νηστεία στην ζωή μας και όχι την ζωή μας στην νηστεία. Να μην έχει η νηστεία χαρακτήρα αυτοδοξασμού, διότι δεν γίνεται για τους ανθρώπους, αλλά για να πλησιάσουμε τον Θεό, Εκείνον που βλέπει τα κρύφια της καρδίας μας, αλλά και κάθε έργο μας που γίνεται από υπακοή στο θέλημά Του. Νηστεύω υπακούοντας στον Θεό. Νηστεύω γιατί πιστεύω. Δεν νηστεύω από έθιμο, συνήθεια ή για να αλλάξω την διατροφή μου. Γι’  αυτό και η νηστεία φέρνει χαρά, διότι υπακούω σ’  Αυτόν που με αγαπά. Νηστεύω ακόμη διότι ζητώ από τον Θεό να μη μείνει στους λογισμούς και τα πάθη μου, αυτά τα οποία επιμελώς κρύβω ή στην εποχή μας τα φανερώνω με ξεδιάντροπη υπερηφάνεια, και μέσα από την σιωπηρή άσκηση της νηστείας να έχω κάτι να αντιτάξω στο κακό. Νηστεύω τόσο από την ηδονή της τροφής όσο και από την ενασχόληση μαζί της και γι’  αυτό δίνω τον χρόνου μου στον Θεό, εξετάζοντας τον εαυτό μου και τρέφοντάς τον με πνευματική τροφή, αυτήν της προσευχής, της μελέτης, του αγώνα εναντίον των λογισμών. Μετάνοια και άσκηση κάνουν την νηστεία αφορμή εσωτερικής αναγέννησης.
       «Τα εξερχόμενα βλάπτουν». Μόνο που βγάζουμε ό,τι αφήνουμε να εισέλθει εντός μας. Η παχύτητα της τροφής δυναμώνει τα πάθη μας κι αυτά εκφράζονται. Όταν δεν βλέπουμε τους λογισμούς που διαμορφώνονται εντός μας, τόσο από την επίθεση του διαβόλου όσο και από τον χαρακτήρα μας, τότε αυτοί θα γίνουν κατάκριση, ψέμα, χαλαρότητα, κακός λόγος, υποτίμηση του άλλου.  Πώς να συγχωρήσουμε αυτούς που μας οφείλουν τότε, όταν δεν ζητούμε συγχώρηση γι’  αυτά που οφείλουμε στον Θεό; Αν δεν εισέρχεται η μνήμη του Θεού στον νου και την καρδιά μας, τότε περνούμε τον χρόνο μας μάταια, ζώντας μία πραγματικότητα η οποία δεν νοηματοδοτεί τον χρόνο μας, αλλά τον κλέβει. Γι’  αυτό και η νηστεία αποτελεί ευκαιρία επαναπροσδιορισμού των προτεραιοτήτων μας . πορείας προς μία αυθεντικότητα . αναγνώρισης των σφαλμάτων μας και εντοπισμού του θησαυρού που επιλέγει να έχει η καρδιά μας. Ας στραφούμε προς αυτήν, με τις προϋποθέσεις που ο Χριστός θέτει και ας μην υποβαθμίζουμε την πνευματική της σημασία. Για να γίνει η υιοθέτησή της πράξη χαράς, αντίστασης και ελευθερίας.


Κέρκυρα, 26 Φεβρουαρίου 2017

2/22/17

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ ΤΟΥΣ ΡΟΛΟΥΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ;


Με αφορμή το ζήτημα των «έμφυλων ταυτοτήτων» στα Γυμνάσια, ξεκίνησε συζήτηση για τον κοινωνικό ρόλο των δύο φύλων. Το Υπουργείο Παιδείας έσπευσε να τονίσει ότι οι διακρίσεις ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες ξεκινούν από την υιοθέτηση ρόλων στα πλαίσια της οικογενειακής ζωής που δεν συναποφασίζονται από το ζευγάρι, αλλά επιβάλλονται από κοινωνικά στερεότυπα. Υπάρχουν ακόμη «ανδρικές και γυναικείες δουλειές». Οι μαθητές στα σχολεία οφείλουν να αρνηθούν τέτοιες αντιλήψεις. Δεν είναι η γυναίκα για το σπίτι, ούτε πρέπει να αναλαμβάνει αποκλειστικά τις οικιακές εργασίες, το πλύσιμο, το σιδέρωμα των ρούχων, το μαγείρεμα, την καθαριότητα του σπιτιού, αυτό που οι παλιοί ονόμαζαν «νοικοκυριό». Δεν είναι ο άντρας αποκλειστικά για τις εξωτερικές δουλειές, για το κουβάλημα, για να απολαμβάνει μιας μακαριότητας στο σπίτι, διότι εκείνος είναι το «αφεντικό».       
Άραγε σήμερα ο τρόπος που λειτουργεί ένα σπίτι είναι αποτέλεσμα κοινωνικών στερεοτύπων ή συμφωνίας ανάμεσα στο ζευγάρι; Εξακολουθούν να καθορίζονται από την κοινωνία οι ρόλοι ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα; Είναι υποτιμητικό για τον άνδρα να συμμετέχει στο νοικοκυριό του σπιτιού ή να το αναλαμβάνει σε αρκετές πτυχές του ο ίδιος; Είναι υποτιμητικό για την προσωπικότητα της γυναίκας να την αποκαλούν «νοικοκυρά»; Πρέπει τα παιδιά να μεγαλώσουν μη έχοντας διαφοροποιητικό πρότυπο κατανομής ρόλων μέσα στο σπίτι, διότι αυτό συντηρεί παρελθοντικά στερεότυπα;
Καθώς η κοινωνία μας έχει μετατραπεί σε κοινωνία παροχής υπηρεσιών, η όποια μορφή χειρωνακτικής εργασίας θεωρείται υποτιμητική. Και οι δουλειές του σπιτιού είναι χειρωνακτικές. Σήμερα, όπου υπάρχει η οικονομική δυνατότητα, το ζευγάρι πληρώνει κυρίως γυναίκες για να κάνουν για λογαριασμό του τις δουλειές του σπιτιού, ιδίως όταν ο ελεύθερος χρόνος λόγω της εργασίας λιγοστεύει. Ενίοτε η μητέρα είτε του άνδρα είτε της γυναίκας, ιδίως αν είναι συνταξιούχος ή έχει χρόνο, αναλαμβάνει να βοηθήσει. Το στερεότυπο, επομένως, σήμερα είναι πως «η χειρωνακτική εργασία, στην οποία εντάσσεται και το νοικοκυριό, δεν είναι προτεραιότητα, αλλά μάλλον καταναγκασμός». Η χειρωνακτική εργασία δεν φέρνει χαρά.
Άνδρες και γυναίκες σήμερα δεν είναι πρόθυμοι να αφοσιωθούν στις δουλειές του σπιτιού. Η οικογένεια είναι ολοένα και περισσότερη εξωστρεφής και το σπίτι θυμίζει ξενοδοχείο. Και τα παιδιά, με τον φόρτο των εξωσχολικών υποχρεώσεων, λειτουργούν σ’ αυτή τη λογική. Επομένως, είναι δεδομένο ότι σε ένα σύγχρονο σπίτι το φύλο δεν αποτελεί λόγο υποχρεωτικής εργασίας ή αυτονόητου δικαιώματος στην τεμπελιά. Δεξιότητες προσφοράς στο σπίτι χρειάζεται να έχουν και τα αγόρια και τα κορίτσια και μάλιστα από την παιδική τους ηλικία. Το νοικοκυριό είναι υπευθυνότητα και, ταυτόχρονα, έχει την χάρη του. Ενισχύει την εικόνα ενός σπιτιού που χαίρεται κάποιος να το βλέπει. Είναι τιμή σε όποιον έχει την ευθύνη του. Είναι και υποχρέωση του άλλου όμως να βοηθά. Και να έχει εκπαιδευθεί σ’  αυτό.
Ακόμη και να ήθελε να λειτουργήσει «παραδοσιακά», η κοινωνία σήμερα δεν επιβάλλει ρόλους στην οικογένεια. Το σύγχρονο σχολείο, με τη λογική των δικαιωμάτων και την αποποίηση των υποχρεώσεων, χρειάζεται να υπερβεί τον εαυτό του για να συμβάλει στον τονισμό της ανάγκης για αγάπη που γίνεται προθυμία της διακονίας του άλλου και του σπιτιού. Κι εδώ μπορεί και η Εκκλησία να βοηθήσει, ζητώντας από τους γονείς να γίνουν στα παιδιά τους τέτοια πρότυπα.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 22 Φεβρουαρίου 2017

2/17/17

ΩΣΠΕΡ Ο ΠΟΙΜΗΝ ΑΦΟΡΙΖΕΙ ΤΑ ΠΡΟΒΑΤΑ ΑΠΟ ΤΩΝ ΕΡΙΦΩΝ


           Μία από τις πιο όμορφες εικόνες με τις οποίες ο Χριστός παρομοιάζει τον εαυτό Του είναι και αυτή του ποιμένα. Χαρακτηριστικό του ποιμένα είναι ότι δεν είναι μισθωτός. Ότι δηλαδή δεν είναι υπάλληλος κάποιου, που περιμένει να πληρωθεί για τις υπηρεσίες του, αλλά είναι αυτός που αγαπά το κοπάδι του, είναι έτοιμος να θυσιαστεί γι’  αυτό και αποφασισμένος να περιπλανηθεί, αν ένα μέλος του κοπαδιού χαθεί, για να το βρει. Δεν θέλει να χάσει κανένα από τα πρόβατά του. Τα γνωρίζει κατ’  όνομα. Τα αισθάνεται οικεία και το καθένα από αυτά έχει σημασία γι’  αυτόν, διότι έχει σχέση μαζί τους. Στο τέλος της ιστορίας όμως ο Χριστός επιφυλάσσει για την παρομοίωση με τον ποιμένα μία άλλη διάσταση για τον εαυτό Του. «Αφοριεί τα έθνη απ’  αλλήλων, ώσπερ ο ποιμήν αφορίζει τα πρόβατα από των ερίφων» (Ματθ. 25, 32). «Θα ξεχωρίσει όλα τα έθνη, όπως ξεχωρίζει ο βοσκός τα πρόβατα από τα κατσίκια». Τώρα δε θα είναι Αυτός που ενώνει, αλλά Εκείνος που ξεχωρίζει. Στο τέλος της Ιστορίας έρχεται η στιγμή της απόλυτης αλήθειας. Δεν είναι ο βοσκός που προστατεύει, που αγαπά, που συγχωρεί, που δίνει ευκαιρίες. Είναι Αυτός που αποδέχεται την απόφαση του ποιμνίου του να είναι μαζί Του ή να είναι χώρια Του. Να έχει αγάπη προς τον βοσκό και τα άλλα πρόβατα ή να κρατήσει το ανυπότακτο των «ερίφων», των κατσικιών, τα οποία επιλέγουν την οδό του δικού τους θελήματος.
       Ο ποιμένας στην ιστορία του κόσμου δεν ξεχωρίζει. Αυτή είναι η οδός της Εκκλησίας. Να αποδέχεται όλους τους ανθρώπους και να τους θέλει ενταγμένους στο σώμα του Χριστού. Και οι άνθρωποι άλλοτε μοιάζουμε με τα πρόβατα του βοσκού. Έχουμε υπακοή. Αγνότητα καρδιάς. Ακολουθούμε το θέλημα του βοσκού. Πορευόμαστε με ταπείνωση και αγάπη. Άλλοτε μοιάζουμε με τα ερίφια, τα οποία δεν ακολουθούν το θέλημα του βοσκού, αλλά το δικό τους. Μένουν πίσω. Είναι ανυπότακτα. Προτιμούν να χρησιμοποιούν την ελευθερία με τον δικό τους τρόπο, κατά το δικό τους θέλημα.  και δεν βλέπουν στον ποιμένα τον καθοδηγητή στην Αγάπη, αλλά τον Δυνάστη. Εκείνον που δεν τους επιτρέπει να χαρούνε την ελευθερία τους, όπως την θέλουν. Σ’  αυτόν τον κόσμο και για όσο υπάρχει η Ιστορία ο ποιμένας ανέχεται, υπομένει, συγχωρεί, δίνοντας την ευκαιρία στους ανυπότακτους να επιστρέφουν στην μάνδρα. Όμως όλα έχουν ένα όριο. Κι αυτό είναι η Δευτέρα Παρουσία.
       Κατ’  αυτήν οι άνθρωποι θα χωριστούν, όχι ως τιμωρία, αλλά ως τελική συνέπεια της επιλογής ζωής.  Ο ποιμένας θα επιβεβαιώσει τον τρόπο των μελών του κοπαδιού του. Σε κείνους που επέλεξαν την αγάπη τόσο προς Εκείνον όσο και προς τους συνανθρώπους τους, η παραμονή στην χαρά της Βασιλείας είναι η οδός της αιωνιότητας. Σε κείνους που επέλεξαν το θέλημά τους, που αρνήθηκαν τόσο τον Χριστό όσο και τον πλησίον, η οδός είναι η μοναξιά της ακοινωνησίας, της κόλασης, της φωτιάς που δεν καθαρίζει, αλλά μαυρίζει. Και η οδός αυτή είναι για πάντα.
       Στην Εκκλησία θέλουμε να ζήσουμε την οδό της αγάπης, της ενότητας, της αυθεντικότητας. Αυτή όμως περνά από τις δύο παραμέτρους: να αναγνωρίζουμε τον Χριστό ως τον ποιμένα μας που μας αγαπά και θυσιάζεται για μας, αλλά και να Τον βλέπουμε στο πρόσωπο του κάθε πλησίον μας. Διότι θα έρθει η ώρα της διάκρισης, του χωρισμού, της οριοθέτησης με βάση τις δικές μας αποφάσεις. Κι εκεί ο ήχος της φωνής του ποιμένα θα είναι ξεκάθαρος. «Πείνασα και μου δώσατε να φάω. Δίψασα και μου δώσατε να πιώ». Και δεν είναι μόνο η υλική τροφή. Είναι και η πνευματική. Είναι η αποδοχή από εμάς Εκείνου ως του Άρτου της Ζωής που νικά κάθε πρόσκαιρη, απολλυμένη βρώση. Είναι η αποδοχή από εμάς Εκείνου ως του αλλομένου εις ζωήν αιώνιον ύδατος, που δεν ξεδιψά πρόσκαιρα, αλλά δίνει αιωνιότητα. Και θα συνεχίσει: «ήμουν ξένος και με περιμαζέψατε, γυμνός και με ντύσατε». Και δε θα εννοεί μόνο την ξενιτιά της προσφυγιάς ή την γυμνότητα της απουσίας ρούχων. Θα εννοεί και το σκέπασμα της αμαρτωλότητας του άλλου από αγάπη. Την αποδοχή του ιδιόρρυθμου πλησίον. Του μοναχικού. Του άγνωστου σε μας. Του μη οικείου. Ακόμη και του εχθρού μας. Και θα συνεχίσει: « Ήμουν άρρωστος και με επισκεφθήκατε, φυλακισμένος και ήρθατε να με δείτε». Δεν φοβηθήκατε για το καλό σας όνομα, την ακεραιότητά σας, την σπατάλη του χρόνου, τις εργασίες που είχατε, την απόρριψη από την κοινωνία του κάθε περιθωριακού. Τον συγχωρέσατε ό,τι κι αν έχει κάνει και τον αποδεχτήκατε όπως είναι. Είπατε τελικά το μεγάλο ΝΑΙ στον πλησίον, θελήσατε κι εκείνον να τον εντάξετε στην αυλή των προβάτων, στην μάνδρα και στο κοπάδι. Δεν διαχωρίσατε και γι’  αυτό δε θα διαχωριστείτε. Έτσι, στην ώρα της Μεγάλης Κρίσης, του Διαχωρισμού, ο ποιμένας θα δει το θέλημα, τις επιλογές μας, την αγάπη μας και θα μας κατατάξει εκ δεξιών Του. Θα Τον οδηγήσουμε δηλαδή να μας κρατήσει κοντά Του, καθώς θα τηρήσουμε το θέλημά Του, καθώς με τη ζωή μας θα Τον αναγνωρίζουμε στα πρόσωπα των πλησίον μας και πλησίον Του.
        Η εποχή μας βγάζει εύκολους λόγους περί αγάπης, ιδίως όταν αναφέρονται στην Εκκλησία και τους χριστιανούς. Ζητά όμως αγάπη για τον πλησίον χωρίς αναγνώριση του Ποιμένα της Εκκλησίας, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Σαν να είναι η αγάπη κάτι μαγικό, κάτι μονόπλευρο. Και δεν προϋποθέτει την ύπαρξη της αυλής των προβάτων ως του τόπου εκείνου στον οποίο ο Ποιμένας μαζεύει, προφυλάσσει, αναπτύσσει σχέση ζωής με το ποίμνιο Του. Για τους εαυτούς τους οι άνθρωποι απαιτούν τον τρόπο των εριφίων, δηλαδή την ελευθερία και το ανυπότακτο. Όλα όμως κρίνονται στην προοπτική του τέλους της Ιστορίας. Εκεί όπου ο καθένας μας θα σφραγίσει την επιλογή του. Ας αξιοποιήσουμε τον παρόντα χρόνο και κόσμο, ώστε να αναγνωρίσουμε τον Ποιμένα μας και να προετοιμαστούμε αγαπώντας για να είναι η τελικός διαχωρισμός η επικύρωση της επιλογής μας να ανήκουμε στην ευλογία της Βασιλείας! Από εμάς εξαρτάται!

Κέρκυρα, 19 Φεβρουαρίου 2017     

2/16/17

ΕΝΑ ΣΥΝΘΗΜΑ

          
   Ένα σύνθημα, γραμμένο από νέα παιδιά, λέει: «Αγάπη και φιλία δεν έμαθα στην Εκκλησία». Και αναρωτιέται ο καθένας διαβάζοντάς το, αν αυτοί που το έγραψαν μπόρεσαν να βρούνε αληθινά τι σημαίνει Εκκλησία και τι η ζωή της ή έμειναν απλώς κολλημένοι σε μία επιφανειακή νοοτροπία προσέγγισης της πίστης. Από την άλλη, δεν μπορεί παρά να προβληματιζόμαστε για το τι μαθαίνει ένας νέος άνθρωπος όταν εκκλησιάζεται. Όταν ακούει μία γλώσσα που δεν του μιλά στην καρδιά του. Όταν βλέπει ανθρώπους γερασμένους στην νοοτροπία και στη διάθεση να δηλώνουν με κάθε τρόπο ότι την εκπροσωπούν. Όταν δε βρίσκει χαμόγελο και κατανόηση, γιατί ο παπάς είναι βιαστικός να τελειώσει τη λειτουργία και να επιστρέψει στα ίδια. Όταν φοβάται ο νέος να μιλήσει γι’  αυτό που τον απασχολεί, διότι μέσα του έχει ταυτίσει την Εκκλησία με το κατεστημένο των καιρών. Όταν νομίζει ότι η Εκκλησία υπάρχει ως φύλακας μιας ξεπερασμένης ηθικής, που φωνάζει συντηρητικά, χωρίς να είναι σε θέση να αφουγκραστεί τις ανάγκες των καιρών.
          Είναι εύκολη βεβαίως η κριτική. Από τους νέους συγχωρείται, διότι μέσα τους μπορούν να ζητούν το τέλειο, το ξεχωριστό, το απόλυτο. Αισθάνονται την Εκκλησία απούσα από τη ζωή τους. Η οικογένειά τους δεν την θέλει ή μένει απλώς στη συνήθεια των γιορτών. Η προπαγάνδα των ΜΜΕ και των διανοουμένων γκρεμίζει γέφυρες επικοινωνίας. Συχνά και η ίδια η Εκκλησία δεν έχει τη διάθεση να αναταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα. Ακολουθεί μία γραμμή σιωπής και αποχής από τον δημόσιο βίο ή απλώς χρησιμοποιεί τα ΜΜΕ για να προβάλει πρόσωπα, άμφια και στολές ή για να αναπαραγάγει μηνύματα ακαταλαβίστικα, «χωρία» που δεν έχουν να κάνουν με το σήμερα. Κάποτε καλλιεργεί έναν φανατικό και διχαστικό λόγο, μία επιθετικότητα που δεν οδηγεί πουθενά. Και δεν θέλει ο νέος και δεν βρίσκει αγάπη και φιλία στην Εκκλησία.
         Είναι όμως μία κραυγή αγωνίας αυτή. Υπενθυμίζει στους ταγούς της Εκκλησίας ότι η κύρια αποστολή τους είναι διά του Χριστού να βοηθηθούν ιδιαιτέρως οι νέοι να μάθουν πώς να είναι αυθεντικοί στη ζωή τους, να επιδιώκουν γνήσιες σχέσεις, να εργάζονται γι’  αυτές, να κοπιάζουν, να υπομένουν, να εμπιστεύονται. Κι αυτό γίνεται δια της πίστης. Διότι είναι εύκολο να κατακρίνεις τους άλλους ότι δεν σε δίδαξαν. Είναι επώδυνο όμως να χάνεις τον καιρό σου μη γυρνώντας και στον εαυτό σου, στον εντός σου άνθρωπο, για να δεις τι είναι αυτό που σε εμποδίζει και να μάθεις αυτό που αληθινά σου προσφέρει η Εκκλησία, αλλά και πώς να το εφαρμόσεις στη ζωή σου.
    Πάντοτε υπάρχουν χώροι, ενορίες, μοναστήρια, συνάξεις και πρόσωπα που αγαπούνε και διδάσκουν στην πράξη τι σημαίνει φιλία.  Χρειάζεται όμως να ακούσουμε τον Χριστό, το χτύπημα του Οποίου στην πόρτα της καρδιάς μας δίδεται συνεχώς, άλλοτε διά των προσώπων, άλλοτε διά των περιστάσεων της ζωής, άλλοτε διά του τρόπου της Εκκλησίας. Θα άξιζε τον κόπο οι νέοι να τολμήσουν να ανοίξουν αυτή την πόρτα.
       Αυτό το σύνθημα είναι μία πρόκληση αφύπνισης για όσους θέλουμε να πιστεύουμε στον Θεό και έχουμε έγνοια για τους νέους μας. Ας μην μένουμε κι εμείς στην παραίτηση ότι η δομή της Εκκλησίας δεν βοηθά. Ο καθένας έχει την προσωπική του ευθύνη. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 15 Φεβρουαρίου 2017

2/11/17

ΔΟΣ ΜΟΙ ΤΟ ΕΠΙΒΑΛΛΟΝ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ

      
Οι άνθρωποι απέναντι στον Θεό, όπως και απέναντι στους ανθρώπους, συχνά είμαστε απαιτητικοί. Κάποτε και αναιδείς. Μετρούμε τη σχέση μας ανάλογα με το τι δικαιούμαστε. Διότι όντως δικαιούμαστε. Όχι γιατί αφ’  εαυτού μας έχουμε το δικαίωμα να θέλουμε, αλλά διότι ο Θεός είναι Πατέρας. Όπως οι φυσικοί γονείς κληροδοτούν στα παιδιά τους από αγάπη ένα μέρος ή ολόκληρη την περιουσία τους, έτσι και ο Θεός, ως Πατέρας και Δημιουργός όλων μας, μοιράζει στον καθέναν από εμάς «το επιβάλλον μέρος της ουσίας» (Λουκ. 15, 12). Εκτός από όσα μας έχει δώσει στη φύση μας, δηλαδή να είμαστε εικόνες Του, έχοντας ως προνόμια την αγάπη, την δημιουργικότητα, την ελευθερία, το λογικό, μας δίνει και τα ιδιαίτερα χαρίσματα που ο καθένας μας έχει. Ό,τι δηλαδή χαρακτηρίζουν την προσωπικότητά μας, αλλά και το ένα και μοναδικό χάρισμα το οποίο αποτελεί το πολυτιμότερο δώρο που μας έχει προσφέρει: την σωτηρία από το κακό και τον θάνατο, την δωρεά της αιωνιότητας. Μόνη προϋπόθεση για να οικειωθούμε αυτό το δώρο είναι η κοινωνία με τον Θεό. Διότι η αυτονόμησή μας έχει ως αποτέλεσμα να προσπαθούμε μόνοι μας να βρούμε αυτή τη δωρεά, σε χώρα μακρινή, και κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, διότι ο άνθρωπος δεν έχει την δυνατότητα να νικήσει ένα άλλο στοιχείο της φύσης του, που είναι η μετοχή μας στον χρόνο, η αρχή και το τέλος.
             Οι άνθρωποι όμως είμαστε αναιδείς. Ζητούμε από τον Θεό τα πάντα, ακόμη και το δικαίωμα στην σωτηρία, χωρίς να θέλουμε να μείνουμε στο σπίτι Του. Στην Εκκλησία. Να συνυπάρχουμε με Εκείνον και τους υπηρέτες Του, τους αγγέλους, αλλά και τους άλλους ανθρώπους, τους αδελφούς μας. Ζητούμε να κάνουμε τη ζωή μας μακριά Του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να διαπιστώνουμε κάποια στιγμή ότι σπαταλούμε τα χαρίσματά μας. Τα εξαντλούμε σε έναν εγωκεντρικό τρόπο ζωής, μετατρέποντας την αγάπη για τον Θεό και τον συνάνθρωπο σε αγάπη για τον εαυτό μας και μόνο. Την ελευθερία από τα πάθη και τις ανάγκες, σε ελευθερία από τον Θεό και αίσθημα εγωτικής αυτάρκειας. Την δημιουργικότητα που έχει ως σκοπό την προσφορά και την διάκριση, σε πνεύμα εξουσίας και υποταγής των πάντων στις ικανότητές μας. Το λογικό μας που έχει ως σκοπό την συνειδητοποίηση του νοήματος της ζωής, την παρατήρηση και την αναζήτηση τρόπων υγιούς συνύπαρξης, αλλά και την κατανόηση του κόσμου μας, σε εύρεση τρόπων να κάνουμε τους άλλους υποχείριά μας, σε έναν ορθολογισμό που απορρίπτει τον Θεό, σε θεοποίηση του νου μας. Το άρχειν ως διακονία των άλλων σε άρχειν ως θεραπεία του εγώ μας. Παγιδευόμαστε τότε στην αίσθηση ότι μπορούμε να νικήσουμε την φύση μας με τη δύναμη της επιστήμης, της γνώσης, της τεχνολογίας, της ιατρικής. Να παγώσουμε τον χρόνο και να μην νικηθούμε από τον θάνατο.
        Σ’  αυτόν τον δρόμο μας συντροφεύουν δύο παράμετροι. Η μία είναι η δίψα μας για θέωση χωρίς τον κόπο και την χαρά της σχέσης με τον Θεό. Δεν έχουμε την αίσθηση ότι πρέπει να κουραστούμε για το «επιβάλλον μέρος της ουσίας», αλλά ότι είναι υποχρέωση του Θεού να μας το δώσει. Και όχι μόνο αυτό. Ότι δεν χρειάζεται να παραμείνουμε κοντά Του για να το διαχειριστούμε γόνιμα για τον εαυτό μας, αλλά ότι μπορούμε και μόνοι μας. Δεν έχει χαρά η σχέση μας με τον Θεό, διότι δεν μπορούμε να αντέξουμε την αγάπη Του. Κι αν ακόμη αποφασίσουμε από δειλία ή από βόλεμα να μείνουμε δίπλα Του, εντός της βασιλείας Του, η καρδιά μας θέλει το δικό της μερίδιο. Δεν βλέπουμε τον Θεό ως Πατέρα, αλλά ως Δεσπότη, ως Διοικητή μιας εταιρείας, μιας επιχείρησης στην οποία οι άνθρωποι δικαιούνται μερίδια και απαιτούν από Αυτόν δικαιοσύνη. Δεν είναι ο Ίδιος και η σχέση μας μαζί Του η χαρά και ο πλούτος, αλλά οι παροχές Του, τις οποίες ζητούμε να χαρούμε μόνοι μας, χωρίς Αυτόν, χωρίς την ευλογία Του. Έτσι φτάνουμε στο σημείο να μην βλέπουμε και τον πλησίον μας ως αδελφό μας, αλλά να μετρούμε τις δικές του πράξεις με γνώμονα το τι έχουμε προσφέρει εμείς, σε μία λογική δούναι και λαβείν. Οποιαδήποτε υστέρηση από τον Θεό σε μας που τόσα κάνουμε καλά, φαντάζει αδικία.
     Η άλλη παράμετρος είναι διάβολος με τους λογισμούς που μας ενσπείρει. Διαστρέφει την πατρική παρουσία του Θεού στη ζωή μας και κηρύσσει την ανταρσία. Την αίσθηση της ελευθερίας από κάθε δέσμευση που επιφέρει η παραμονή στο σπίτι του Πατέρα, την Εκκλησία. Τα θέλγητρα της ζωής σε χώρα μακρινή, την φιληδονία, την φιλαυτία, την δόξα και την αναγνωρισιμότητα. Αλλά και σε όσους δεν είναι έτοιμοι να φύγουν από τον Θεό, υπενθυμίζει το μέτρημα της σχέσης με τον Θεό και τον συνάνθρωπο  όχι με κριτήριο την αγάπη, αλλά την υπερηφάνεια γι’  αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε, γι’ αυτό που θεωρούμε ότι δικαιούμαστε.
       Στην παραβολή του ασώτου υιού ο νεώτερος γιος με θράσος ζητά από τον Πατέρα: «δος μοι το επιβάλλον μέρος της ουσίας». Αυτό κάνουμε κι εμείς. Ζητούμε από τον Θεό να μας δώσει τα πάντα, χωρίς να αισθανόμαστε την ανάγκη να δοθούμε στη σχέση μαζί Του. Αλλά ακόμη κι αν μένουμε στο σπίτι Του που είναι η Εκκλησία, διακατεχόμαστε από μία νοοτροπία στενοκαρδίας. Ανταγωνιζόμαστε για το μερίδιο της «πατρικής ουσίας», όχι για να το χαρούμε στην αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, αλλά για να το καταναλώσουμε προς δική μας ευχαρίστηση. Πρόσχημά μας το καλό. Στην ουσία μας ενδιαφέρει η δόξα μας και η αυτάρκειά μας.
      Στο Ευαγγέλιο αυτός που σπατάλησε τα χαρίσματα και την «πατρική ουσία»  ζώντας άσωτα επέστρεψε.  Αυτός που μετρούσε στενόκαρδα και συμφεροντολογικά  την παρουσία του στην Εκκλησία δεν γνωρίζουμε αν τελικά έμεινε σ’  αυτήν. Το ρίσκο της ελευθερίας μπορεί να φέρει μετάνοια. Το βόλεμα του εγωισμού μπορεί τελικά να καταστήσει την ψυχή έρμαιο των δικαιωμάτων της. Πάντως και στις δύο περιπτώσεις ο Θεός Πατέρας εξέρχεται από το σπίτι. Τον ένα υποδέχεται και αποκαθιστά, τον άλλο τον παρακαλεί.  Η αγάπη μείζων πάντων.

Κέρκυρα, 12 Φεβρουαρίου 2017  

2/8/17

ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ

    Η μουσική που ακούνε οι νέοι συχνά χαρακτηρίζεται για τον θόρυβό της, συνήθως για τον ρυθμό της και τα τελευταία χρόνια για τον καταιγισμό από στίχους, σημάδι κατατεθέν της αμερικανικής μουσικής σκηνής, η οποία έχει αναδείξει και μουσικούς και τραγουδιστές που με πληθώρα λόγου προσπαθούν να δείξουν ότι ο νέος άνθρωπος θέλει να  βρει στο τραγούδι την ευκαιρία να αφηγηθεί τη ζωή του, τα παράπονά του από τον κόσμο, την κοινωνική αδικία που βιώνει, την μοναξιά του, την ανάγκη να αγαπήσει και να αγαπηθεί.
Άλλοτε η μουσική είναι διασκεδαστική. Ελαφριά, «ποπ», όπως χαρακτηρίζεται. Σα να θέλει ο νέος να ξεφύγει από τη σοβαρότητα μιας εποχής η οποία μας κάνει να μελαγχολούμε, παρά την πληθώρα των προτάσεων και των αγαθών. Άλλοτε οι νέοι ακούνε τα τραγούδια των μεγάλων που μιλούν για αποτυχημένους έρωτες, για καημούς ανεκπλήρωτων πόθων, για χωρισμούς, για λάθη και πάθη.  Οι πιο «ψαγμένοι» ακούνε το λεγόμενο «έντεχνο». Τραγούδι με εσωτερικότητα. Με στίχους που μιλούνε για τον έρωτα, για τη ζωή, για τα συναισθήματα, για το σήμερα και τις δυσκολίες του, με μία σχετική ποιητικότητα. Τραγούδια που αφηγούνται ιστορίες οι οποίες θα μπορούσαν να αγγίξουν τον καθένα.
                Οι γονείς συνήθως δεν γνωρίζουν τι ακούνε τα παιδιά τους. Εικάζουν τι τους αρέσει. Νέοι με ακουστικά στ’  αυτιά, πηγαίνουν στα μαθήματα, στις υποχρεώσεις, στη διασκέδασή τους δίνοντας την εντύπωση υπάρξεων που ζούνε σε έναν δικό τους κόσμο. Σα να λένε στους μεγάλους ότι «η μουσική είναι το μοναδικό μας μυστικό» σε έναν κόσμο όπου τα πάντα αναρτώνται στο Διαδίκτυο, «δεν είναι για σας», «μη μας ενοχλείτε»! Κι αν οι γονείς ανησυχήσουν δεν είναι για την ποιότητα της μουσικής που ακούνε τα παιδιά τους, αλλά για το αν η μουσική τα κάνει επαναστατικά και κριτικά έναντί τους.
                 Τα είδη της μουσικής πάντως που αρέσουν στους νέους έχουν να κάνουν με τον χαρακτήρα τους, τα ακούσματα από τους μεγαλύτερους και το φιλικό περιβάλλον, την μουσική μόδα, τις περιστάσεις της ζωής. Ασυνείδητα η μουσική γίνεται τρόπος έκφρασης του εαυτού μας μέσα στις χαρές και τις λύπες του. Αν η λύπη είναι παρατεταμένη και έχει να κάνει με την απουσία ή την αδυναμία αυθεντικής επικοινωνίας με όσους αγαπούμε και δεν λαμβάνουμε την αγάπη που θα θέλαμε από αυτούς, τότε η μουσική γίνεται εκτόνωση και επανάσταση. Θα είχε ενδιαφέρον αν οι γονείς μπορούσαν να εκτιμήσουν για ποιους λόγους αρέσουν συγκεκριμένα είδη μουσικής στα παιδιά τους. Θα μπορούσαν ευκολότερα να εξηγήσουν στοιχεία του χαρακτήρα τους και να ερμηνεύσουν την συμπεριφορά τους. Θα γινόταν καλύτερη και ποιοτικότερη η επικοινωνία μ’  αυτά.
                Γιατί η μουσική που ακούμε εκφράζει και την ποιότητα της ψυχής μας. Τα ενδιαφέροντά μας. Η επιφανειακότητα που μας χαρακτηρίζει αποτυπώνεται στα είδη της μουσικής που θριαμβεύουν εμπορικά. Η μουσική γίνεται έκφραση του αληθινού ή του ψεύτικου που ζούμε, του εσωτερικού μας θορύβου, της ευαισθησίας μας, της ανάγκης μας για κάτι διαφορετικό. Εδώ μπορούμε να συναντηθούμε και με την μουσική της Εκκλησίας μας, η οποία συνδυάζει μοναδικά ποιητική γλώσσα και ηχητική έκφραση περιγράφοντας τα συναισθήματα του ανθρώπου που αναζητεί τον Θεό αλλά και το νόημα ζωής που μας λείπει. Αυτό της κοινωνίας με τον ουρανό.         

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην  «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 8 Φεβρουαρίου 2017