7/22/17

ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ΟΤΙ ΔΥΝΑΜΑΙ ΠΟΙΗΣΑΙ ΤΟΥΤΟ;


                Η πίστη είναι για τις δύσκολες περιστάσεις της ζωής μας. Οι περισσότεροι ακολουθούμε τον δρόμο της από συνήθεια ή κατά το συμφέρον μας. Όταν έρχονται οι δοκιμασίες, αναπόφευκτα συνδεδεμένες με την ανάγκη για πνευματική πρόοδο, αλλά και ως αποτέλεσμα της φθοράς, του θανάτου, όπως επίσης και των επιλογών μας που έχουν να κάνουν και με τον εαυτό μας, τον χαρακτήρα μας, τον τρόπο μας, και με τους άλλους, η ελευθερία των οποίων είναι αδιαπραγμάτευτη και εξαρτημένη αποκλειστικά από τις επιλογές και τον δικό τους τρόπο σκέψης, τότε διαπιστώνουμε ότι πρωτίστως μας ενδιαφέρει η ανακούφιση του εαυτού μας ή η δικαίωσή μας από τον Θεό. Ο πόνος συνδέεται με την λύπη. Και η λύπη μάς κάνει να μην έχουμε στην καρδιά μας ως κίνητρο την πίστη, το να αφεθούμε δηλαδή στο θέλημα του Θεού, αλλά την απογοήτευση του «γιατί να μου συμβαίνει αυτό;».
                Ο Χριστός, εισερχόμενος στην πόλη της Ιεριχούς, συναντά δύο τυφλούς, οι οποίοι ζητούν το έλεός Του. Τότε Εκείνος τους θέτει ένα μεγάλο ερώτημα: « Πιστεύετε ότι δύναμαι ποιήσαι τούτο;» (Ματθ. 9, 28-29). «Πιστεύετε ότι μπορώ να πράξω αυτό που ζητάτε;». Το ερώτημα έχει τρεις διαστάσεις. Η μία έχει να κάνει με την πίστη. Η άλλη έχει να κάνει με τον Ίδιο ως Πρόσωπο. Και η τρίτη με το συγκεκριμένο αίτημα των δύο τυφλών.
                «Πιστεύετε;». Ο Χριστός μιλά σε δύο τυφλούς ανθρώπους. Δεν μπορούν να Τον δούνε, επομένως οι αισθήσεις τους δεν μπορούν να τους βεβαιώσουν ούτε Ποιος είναι ούτε τι μπορεί να κάνει. Η πίστη τους δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα τυφλής λογικής, ξερού ορθολογισμού. Συνήθως εμπιστευόμαστε αυτούς που γνωρίζουμε, αυτούς που βλέπουμε, αυτούς που μας έχουν πείσει με τη συμπεριφορά τους, τον χαρακτήρα τους, τον λόγο τους ποιοι είναι και για ποια είναι ικανοί. Σπάνια αποδεχόμαστε κάποιους εξ ακοής. Πώς να εμπιστευθείς κάποιον που δεν γνωρίζεις; Ο Χριστός όμως αυτό ακριβώς ζητά από τους δύο τυφλούς. Να Τον εμπιστευθούν και ας μην Τον γνωρίζουν. Να αφήσουν την καρδιά τους να δει με τα δικά της μάτια και να υπερβούνε την λογική. Να πιστέψουν πέρα από την απογοήτευση της μοναξιάς τους, του φόβου για το πρόβλημά τους, της δυστυχισμένης ζωής τους. Να πιστέψουν και να ελπίσουν στο ανέλπιστο. Τους ζητά να ξεκαθαρίσουν την στιγμή που απαντά σ’  αυτούς με ποιον τρόπο δείχνουν εμπιστοσύνη. Ακολουθώντας λογικές διεργασίες, συλλογισμούς, συμφέροντα, ιδιοτέλειες, αισθήσεις, ή να αφήσουν κατά μέρος κάθε τι που τους οδηγούσε και να αφεθούν στον λόγο και την παρουσία Του.
Οι τυφλοί ζούσαν με τους κανόνες της ζωής εκείνων των χρόνων. Μπορεί να ήταν δυστυχείς. Δεν σκέφτηκαν όμως να θέσουν τέρμα στη ζωή τους, σε ενατίθεση με τους δικούς μας καιρούς, στους οποίους οποιαδήποτε δυσκολία, οποιαδήποτε δοκιμασία, γεννά στον άνθρωπο την απελπισία. Συνέχιζαν να πορεύονται, ακόμη κι αν μέσα τους ήξεραν ότι αυτός θα ήταν ο δρόμος τους. Οδός μοναξιάς. Οδός σκοταδιού εξωτερικού. Οδός εξάρτησης από τους άλλους για τις κύριες ανάγκες τους. Οδός που δεν θα έμοιαζε με αυτή των άλλων. Οδός που τελικά θα θεωρούνταν από τους πολλούς της θρησκείας ως τιμωρία από τον Θεό για τις αμαρτίες τους. Δεν το βάζουν όμως κάτω. Και συνεχίζουν να ζούνε, να παλεύουν και αισθάνονται τελικά έτοιμοι να δώσουν απάντηση με τα μάτια της ψυχής τους.
« Δύναμαι». Ο Χριστός δεν τους μιλά για έναν Θεό από τον ουρανό, ούτε για μία ιδέα πίστης. Τους μιλά για τον εαυτό Του ως Θεάνθρωπο. Σ’  αυτόν καλούνται να πιστέψουν, που Τον ακούνε και αισθάνονται την παρουσία Του. Όχι σε κάποιο είδωλο ή σε κάποια ανάμνηση ή σε κάποια συνήθεια ή σε κάτι του παρελθόντος, άδηλο και κρύφιο. Την στιγμή της συνάντησης η σχέση που πρέπει να αναπτύξουν είναι προσωπική και ανάλογη και η απάντηση. Αυτό το ερώτημα επανέρχεται στον καθέναν μας. Ο Χριστός είναι παρών στη ζωή μας στο μυστήριο της Εκκλησίας, στην Ευχαριστία, ως Σώμα και Αίμα. Είναι παρών στο Ευαγγέλιο και τις εντολές. Είναι παρών στην αγάπη. Είναι παρών στη χαρά και την λύπη μας. Δεν απαντάμε σε ένα είδωλο ή μια συνήθεια ή έναν δάσκαλο σε σχέση με άλλους δασκάλους. Αν πιστεύουμε, καλούμαστε να αφήσουμε την καρδιά μας να πει ότι « δύναται»  ο Χριστός να μας στηρίξει, να μας μεταμορφώσει, να μας αγιάσει. Ακόμη κι αν οι εξωτερικές συνθήκες είναι τέτοιες που δεν Τον βλέπουμε, διότι εψύγη η αγάπη. Τα πάθη θριαμβεύουν. Ο κόσμος φαντάζει πανίσχυρος και το κακό τυφλώνει. Η καρδιά βλέπει; Καταλαβαίνει ότι είναι Παρών και μπορεί;
«Ποιήσαι τούτο». Ο Χριστός μας δίνει συγκεκριμένες λύσεις στις δοκιμασίες μας. Πρωτίστως το έλεός Του, που είναι η βεβαιότητα της σωτηρίας. Η χαρά της Βασιλείας Του. Η δύναμη να αντέξουμε. Να μη νικηθούμε από τα «γιατί». Κάποτε μας δίνει και κατά τα αιτήματά μας. Εκείνος ξέρει πότε. Πάντως μπορεί να μας τα δώσει όλα. Αρκεί να πιστεύουμε σ’  Αυτόν. Να Τον εμπιστευτούμε. Να  βγούμε από το εγώ μας που θέλει τα πάντα προφανή. Και να γνωρίζουμε ότι αν έχουμε το έλεός Του, που μας καταδιώκει πάσας τας ημέρας της ζωής μας, τότε ακόμη και τα ανθρωπίνως δύσκολα μπορούν να απαντηθούν και να διορθωθούν. Να αντέξουμε ακόμη και τον θάνατο και την φθορά. Διότι Εκείνος είναι παρών.
Στους καιρούς μας ας αναρωτηθούμε ποια είναι η αληθινή τύφλωση:  του σώματος ή της ψυχής που τυφλώνει την καρδιά και κάνει τον άνθρωπο άπιστο; Και ας απαντήσουμε μέσα από την συνάντηση της Εκκλησίας, στον Χριστό  με το ΝΑΙ των τυφλών, για να γίνει στη ζωή μας κατά την πίστη μας!


Κέρκυρα, 23 Ιουλίου 2017         

7/20/17

ΕΝΑ ΑΛΛΙΩΤΙΚΟ ΞΕΝΥΧΤΙ ΣΤΙΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ


          Ένα από τα χαρακτηριστικά του τρόπου με τον οποίο οι νέοι περνούν το καλοκαίρι τους είναι και το ξενύχτι. Έχοντας τελειώσει τα μαθήματά τους στο σχολείο ή στο πανεπιστήμιο, στον τόπο της κατοικίας ή στον τόπο των διακοπών, θα βγούνε έξω να πιούνε το ποτό τους, να ακούσουν μουσική, να μοιραστούν ώρες με την παρέα τους ή με τους έρωτές τους ή θα περάσουν τον χρόνο τους στο Διαδίκτυο, αναρτώντας, κουβεντιάζοντας, πειράζοντας, φλερτάροντας.
    Το ξενύχτι μαρτυρεί τάση ελευθερίας. Είναι η βάση της μοντέρνας διασκέδασης. Οι διαπροσωπικές σχέσεις δεν είναι για την μέρα, αλλά για τη νύχτα. Οι μεγάλοι, οι «γέροι» κοιμούνται. Ο νέος έχει όρεξη και δυνάμεις. Γι’ αυτό και αλλάζει τον τρόπο υπολογισμού του χρόνου.  Η μέρα είναι για την εργασία. Η νύχτα είναι για την ευχαρίστηση.  Ακόμη κι αν ανησυχούν οι γονείς, οι νέοι δεν κάνουν πίσω. Άλλωστε τα μαγαζιά, όπου διασκεδάζουν, είναι «της νύχτας». Αλλά και οι μικρότεροι το έχουν σε κακό να κοιμηθούν νωρίς. Αφού δεν έχουν κάτι άλλο να κάνουν, μπορούν να περάσουν τον καιρό τους ασχολούμενοι με το κινητό ή τον υπολογιστή τους. Η ημέρα μπορεί χαλαρά να ξεκινήσει το μεσημέρι, αφού ξεκουραστούν από το ξενύχτι.
       Οι Πατέρες της Εκκλησίας θεωρούν τη νύχτα πεδίο πνευματικού αγώνα. Όταν όλοι οι άνθρωποι ξεκουράζονται από τον κάματο της ημέρας οι ασκητές και οι μοναχοί, κυρίως, μοναχοί αγρυπνούν. Ορθρίζουν εν τω μέσω της νυκτός, προσεύχονται κάνοντας τον κανόνα τους όχι μόνο για τους εαυτούς τους, αλλά και για όλο τον κόσμο. Ενώ πολλοί παρεκτρέπονται τη νύχτα, απομακρυσμένοι από τον νόμο του Θεού, υπάρχουν και εκείνοι που διαλέγουν να αφήσουν πίσω την ξεκούρασή τους, και να παλέψουν για την αγάπη. Μπορεί ο κόσμος να αδιαφορεί γι’ αυτούς ή να γελά μαζί τους, όμως αυτοί τον αγαπούνε. Και εκφράζονται με τον πιο ζεστό τρόπο: παρακαλούν τον Θεό γι’ αυτούς, με όλο τους το είναι.
     Στις πόλεις, ιδίως τον χειμώνα, παραμονές μεγάλων εορτών, κάποιες ενορίες διοργανώνουν μικρές αγρυπνίες. Πολλοί άνθρωποι, ιδίως εργαζόμενοι, εκκλησιάζονται. Νιώθουν έτσι κοντά στους μοναχούς και τους ασκητές, αλλά και αισθάνονται ότι μπορεί να γαληνέψει η ψυχή τους. Κοινωνούν τον Χριστό και λίγο ταλαιπωρούν το σώμα τους που έχει ανάγκη την ξεκούραση, αλλά και μαζεύουν το πνεύμα τους, το οποίο ταλαιπωρείται από τους λογισμούς, τον κόπο των ανθρώπινων σχέσεων, τους πειρασμούς της ζωής.
       Το παρήγορο είναι ότι αρκετοί νέοι συμμετέχουν στις αγρυπνίες. Αισθάνονται ότι αυτές είναι ένας διαφορετικός τρόπος θέασης της ζωής και του κόσμου. Και βρίσκουν ταυτότητα στις ενορίες και στα μοναστήρια, όταν αυτά είναι προσπελάσιμα, ζώντας περισσότερο τον Θεό. Δεν είναι αυτάρκεια αυτή η στάση, ούτε μόδα. Είναι επιλογή. Ούτε είναι αφορμή για κατάκριση των άλλων, των πολλών, που ξαγρυπνούν για να διασκεδάσουν. Απλώς έκφρασης μιας άλλης αντίληψης για τη ζωή.
    Η Εκκλησία, ιδίως το καλοκαίρι, θα ήταν καλό να εξετάσει την επέκταση των βραδινών λειτουργιών, πέρα από σχολαστικισμούς. Είναι μία ευκαιρία να δείξει ότι η σχέση με τον Θεό, εκτός από λυτρωτική, είναι επαναστατική. Το ξενύχτι  χάριν της αγάπης και όχι της διασκέδασης αλλάζει τον τρόπο των διακοπών. Κοπιάζουμε για τον Θεό και συναντιόμαστε στην Εκκλησία. Εκεί που πλεονάζει η αμαρτία τελικά, υπερπερισσεύει η χάρις!  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
Στο φύλλο της Τετάρτης 19 Ιουλίου 2017

7/14/17

ΟΥΚ ΗΛΘΟΝ ΚΑΤΑΛΥΣΑΙ ΑΛΛΑ ΠΛΗΡΩΣΑΙ

               
Η αυτάρκεια είναι ένα από τα μεγάλα όνειρα της ανθρώπινης ζωής. Να μη μας λείπει κάτι που να μας κάνει να αισθανόμαστε ότι στερούμαστε. Να μην έχουμε εμπόδια, εντολές, διατάξεις, ελέγχους που να μας απαγορεύουν να χαρούμε όπως θεωρούμε ότι είμαστε προορισμένοι, από τον χαρακτήρα, τις ρίζες μας, τον τρόπο που προσλαμβάνουμε τον πολιτισμό και τον κόσμο. Ο πλούσιος θεωρείται αυτάρκης. Αυτός που μπορεί να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του, τουλάχιστον τις πιο βασικές, θεωρείται αυτάρκης. Αυτός που δεν εξαρτιέται από τους άλλους θεωρείται αυτάρκης.  Αυτός που έχει εξουσία στον εαυτό του και στους άλλους, αλλά και στις περιστάσεις της ζωής, θεωρείται αυτάρκης.
          Η αυτάρκεια όμως είναι ψευδαίσθηση. Ο άνθρωπος έχει πάντοτε να παλέψει με την κατάσταση που ονομάζουμε «πλεονεξία». Πάντοτε θέλουμε περισσότερα από όσα έχουμε. Κι αυτό διότι συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με όσους έχουν παραπάνω. Κάποτε αισθανόμαστε ότι το μέλλον είναι επίφοβο και όσα έχουμε, όχι κατ’ ανάγκην μόνο υλικά, αλλά και γνώσεις και ιδέες και σχέσεις, δε θα επαρκούν. Άλλοτε προκύπτουν εμπόδια που πιθανολογούμε ότι θα μας αποτρέψουν από το να διατηρήσουμε ή να προσθέσουμε στα όσα έχουμε και στα όσα είμαστε, με κορυφαίο τον θάνατο και, επομένως, κάπως θα πρέπει να έχουμε «παραπάνω», για να δυσκολευτούμε λιγότερο. Η αυτάρκεια λοιπόν, ακόμη κι αν υπάρχει, δεν μπορεί να διατηρήσει την ευτυχία που ονειρευόμαστε. Πάντοτε θα υπάρχει έλλειψη!
                Υπάρχει ένας όμορφος ευαγγελικός λόγος, από την επί του Όρους ομιλία του Χριστού, που μας δείχνει τον δρόμο για την αληθινή αυτάρκεια, η οποία δεν είναι απορριπτέα από την πνευματική μας παράδοση. Το αντίθετο. Δεν νοηματοδοτείται όμως μόνο από τα υλικά. Έχει βαθύτερη προοπτική. «Μη νομίσητε ὀτι ήλθον καταλύσαι τον νόμον ή τους προφήτας. Ουκ ήλθον καταλύσαι, αλλά πληρώσαι» (Ματθ. 5, 17). «Μην πιστέψετε ότι ήρθα να καταργήσω τον μωσαϊκό νόμο ή τα παραγγέλματα των προφητών. Δεν ήρθα για να καταργήσω, αλλά για να τα ολοκληρώσω και να τα τελειοποιήσω». Ο λόγος αυτός δεν έχει να κάνει μόνο με την αποφυγή των καινοτομιών στην πίστη, τις οποίες κάνουν οι αιρετικοί. Με την άρνηση της Παλαιάς Διαθήκης και την αίσθηση ότι το Ευαγγέλιο καταργεί τα προηγούμενα, τα αλλάζει όλα. Με τις προσθήκες «ιώτα και οξείας» στα λόγια του Χριστού, που κάνουν διάφοροι ανά τους αιώνες. Ο λόγος του Κυρίου αναφέρεται στο αίσθημα της αυτάρκειας, το οποίο διακατέχει τους «θρησκευτικούς» ανθρώπους, αλλά και όποιον επιζητεί κάθε είδους αυτάρκεια στη ζωή του.
                Ο θρησκευτικός άνθρωπος αγκιστρώνεται στον τρόπο ερμηνείας της παράδοσής του, εμμένοντας στο γράμμα. Ο Χριστός δεν το απορρίπτει. Όποιος όμως θέλει να έχει σχέση μαζί Του, καλείται να προσθέσει στην ακεραιότητα του γράμματος την λάμψη των καλών έργων, τη λάμψη του φωτός που εμφανίζεται όταν δοξάζει με τον τρόπο του τον Πατέρα τον εν ουρανοίς. Οι «θρησκευτικοί» άνθρωποι διατηρούμε την αυτάρκεια των λόγων, αλλά δε ζούμε το φως του Ευαγγελίου. Κι αυτό διότι βλέπουμε τους λόγους όπως τα υλικά αγαθά. Κανείς δεν πρέπει να μας τα στερήσει, διότι αλλιώς κινδυνεύουμε να μην μπορούμε να υλοποιήσουμε τα όνειρά μας. Η στέρηση της ακεραιότητας των λόγων γίνεται κίνδυνος για τη σωτηρία μας. Έτσι παλεύουμε να έχουμε πληθώρα θρησκευτικών γνώσεων, οχυρωνόμαστε πίσω απ’ αυτές και συχνά αρνούμαστε να δούμε ότι δεν είμαστε φως και δεν φωτίζουμε. Κρίνουμε και κατακρίνουμε, χωρίς όμως να μπορούμε να αγαπούμε και να μοιραζόμαστε με ταπείνωση αυτό που έχουμε, μας δόθηκε ή αποκτήσαμε, χωρίς δηλαδή την δοξολογία του Θεού, προς τον Οποίο απευθύνεται κάθε σκέψη και κάθε κίνησή μας, ακόμη κι αν περνά από τον πλησίον.  Δεν είναι αρκετές οι διατυπώσεις, γιατί μας παγιδεύουν στην αυτάρκεια του «έχειν». Χρειάζεται να περνούμε στην πράξη της αγάπης, που είναι το αγκάλιασμα του άλλου συνολικά, με ό,τι έχουμε και, κυρίως, με ό,τι είμαστε.
                Ο λόγος του Χριστού μεταφράζεται και στους αυτάρκεις της ζωής και των υλικών πραγμάτων. Τι ωφελεί να τα έχουμε ή να στηριζόμαστε σ’  αυτά όταν δεν φωτιζόμαστε, δεν φωτίζουμε και δε δοξάζουμε τον Θεό διά των έργων μας; Όταν κατέχουμε και δεν μοιραζόμαστε. Όταν μαζεύουμε, όταν αυτοθαυμαζόμαστε, όταν ελπίζουμε στο «έχειν» μας, στην δόξα, στην εξουσία μας, στις νίκες μας, στην καλοπέρασή μας, στον τρόπο του εγώ μας; Όταν δεν βλέπουμε τον άλλον όχι ως ευκαιρία ηδονής, αλλά ως χαρά; Όταν η συνάντησή μας μαζί του δεν γίνεται ευκαιρία να δώσουμε και να πάρουμε αγάπη και ελπίδα; Όταν δεν έχουμε νόημα και δεν δίνουμε νόημα;
                Στη ζωή νικητής θα είναι ο θάνατος. Αληθινά αυτάρκης δεν μπορεί να υπάρξει όποιος στηρίζεται στο «έχειν» του. Όποιος φοβάται την κατάλυσή του και εγκλωβίζεται στο «εγώ» του. Αυτάρκης είναι όποιος αφήνει τον Χριστό, το Φως και τη Ζωή, να συμπληρώνει, να ολοκληρώνει, να τελειοποιεί ό,τι έχει και να του δίνει υπόσταση αιωνιότητας. Γιατί η πίστη και η σχέση με τον Θεό, όπως αυτή μεταφράζεται στη χαρά της αγάπης, στην ετοιμότητα συνάντησης με τον άλλο, στον τρόπο της Εκκλησίας, συμπληρώνει και δεν καταργεί. Η πίστη δεν απορρίπτει τον αγώνα του ανθρώπου να κερδίσει, να έχει, να αισθάνεται όσο μπορεί καλύτερα. Του δείχνει όμως τι του λείπει. Κι αυτό είναι ο Χριστός ως Φως, ως εμπιστοσύνη, ως χαρά, ως αγάπη και το μοίρασμα στην πράξη όλων αυτών των βιωμάτων και διά του λόγου και διά των έργων και διά της ελεημοσύνης και διά της φιλαδελφίας.
                Ο θρησκευτικός άνθρωπος συχνά δεν βλέπει αυτή την μεγάλη αλήθεια. Δεν μπορεί όμως και να κατανοήσει ότι όσες γνώσεις και όσες καλές πράξεις και όσο ευαγγελικό ήθος και να επιδεικνύει, δεν αρκεί. Διότι το Φως θέλει καθαρότητα καρδιάς, θέλει Χριστό, θέλει κοινότητα αγάπης για να συμπληρώσει ό,τι έχουμε. Όλα αυτά βιώνονται στη ζωή της Εκκλησίας, στην κοινότητα της πίστης που υπερβαίνει την αυτάρκεια, δείχνοντας τα πραγματικά της όρια!

Κέρκυρα, 16 Ιουλίου 2017  

7/12/17

HOUSE OF CARDS- Η ΕΞΟΥΣΙΑ


                Η εξουσία γοητεύει τους ανθρώπους. Κανείς δε θέλει να εξουσιάζεται, πολλοί όμως θέλουν να εξουσιάζουν και το πράττουν με κάθε τρόπο, στην οικογένεια, στην εργασία, στην κοινωνία. Η εξουσία όμως δεν είναι για όλους. Ο εξουσιαστής χρειάζεται κάποτε να θυσιάσει  τον ίδιο του τον εαυτό, να γίνει σκληρός και αδίστακτος. Να μηδενίσει τον συναισθηματισμό του, να αγιάσει κάθε μέσο. Και όταν κατακτήσει την εξουσία, τι θα την κάνει; Θα του γίνει αυτοσκοπός ή θα τη χρησιμοποιήσει προς όφελος των άλλων ανθρώπων, τουλάχιστον των πολλών και χωρίς διακρίσεις;
                Κάθε εξουσία κρύβει παρασκήνιο. Δε φτάνει η εργατικότητα. Δεν αρκούν τα χαρίσματα και οι φιλοδοξίες. Η εξουσία είναι ένα κλειστό σύστημα, το οποίο έχει τους κανόνες του. Και το σύστημα δεν αντέχει αυτός που εξουσιάζει να μην είναι ελεγχόμενος, να θελήσει δηλαδή να το διαμορφώσει και όχι να αφεθεί να διαμορφωθεί από αυτό. Ο αγώνας για την εξουσία γίνεται αδυσώπητος. Και τα πρόσωπα - κλειδιά αυτού του αγώνα είναι όσα εκφράζουν τους θεσμούς, και τους κορυφαίους και εκείνους που λειτουργούν ως γέφυρες προς την κορυφή ή  την ελέγχουν.
                Μία από τις κορυφαίες τηλεοπτικές σειρές των καιρών μας είναι η αμερικάνικη «House of Cards». Αναφέρεται σε ένα αδίστακτο ζευγάρι πολιτικών, τους Άντεργουντ, οι οποίοι κατακτούν  το αξίωμα του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών με κάθε μέσο, ακόμη και τον φόνο. Υποκρισία, διπλωματικότητα, ψέμα και αλήθεια, εκμετάλλευση των φιλοδοξιών ή των αδυναμιών των άλλων, οργανωμένα επιτελεία, στόχευση στη διαφθορά, επίγνωση των αδυναμιών του συστήματος, καθοδήγηση των ανθρώπων, αξιοποίηση των όποιων δυνατοτήτων που η θέση δίνει για να φθάσουν στα άκρα και το χάος και να φαντάζουν ως η μόνη λύση, αποτυπώνουν κάθε εξουσιαστικό πρότυπο. Πολλοί νέοι και στην πατρίδα μας είναι φανατικοί της σειράς. Βλέπουν στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών τη δύναμη του κακού, που δεν κυβερνά μόνο τον κόσμο, αλλά αγωνίζεται να τον ελέγξει απόλυτα και βρίσκει τρόπους ώστε να παραμένει άτρωτο.
                Το άτρωτο κακό είναι ο πειρασμός των καιρών μας. Το πολιτισμικό πρότυπο θεοποιεί τη δίψα για εξουσία. Ο πρώτος είναι το παν, ο δεύτερος είναι τίποτα. Ιδίως οι νέοι θεωρούν γοητευτική μία τέτοια προοπτική. Δεν εξετάζουν τις ικανότητές τους, αλλά πώς μπορούν να δοξαστούν. Δεν μένουν στο αν έχουν κάτι να προσφέρουν, αλλά θέλουν την εξουσία ως απάντηση στο ερώτημα «γιατί όχι κι εγώ;». Όλα αυτά σε ένα κλίμα  στο οποίο το παιχνίδι της εξουσίας παύει να υπακούει στους κανόνες της ηθικής και της ευπρέπειας και γίνεται αγώνας μέχρις εσχάτων και με κάθε μέσο.
                Ποτέ δεν ήταν ιδανικός ο κόσμος μας.  Γι’ αυτό και η χριστιανική παράδοση αποτελούσε για πολλούς ένα ανακουφιστικό αντίδοτο στην κακία. Έχοντας εμπιστοσύνη στον Θεό ήξεραν ότι η εξουσία παρέρχεται. Έβλεπαν τον κόσμο στην προοπτική της αιωνιότητας και άντεχαν το «τώρα». Σήμερα αυτή η προοπτική δε συγκινεί. Αν μπορώ να τα κατακτήσω όλα τώρα, γιατί να μην το κάνω; Καταστροφικός ο πειρασμός και γι’  αυτό η Εκκλησία, η οποία είναι το αληθινό μας σπίτι,  καλείται να εμπνεύσει ιδίως τους νεώτερους στη δικαιοσύνη του Θεού και τη βασιλεία Του. Βοηθά ο σταυρός του Θεανθρώπου. Αξίζει όμως και ο σπουδαίος αρχαίος λόγος: ο άρχοντας εξουσιάζει ανθρώπους, εξουσιάζει σύμφωνα με  νόμους και δε θα εξουσιάζει για πάντα.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 12 Ιουλίου 2017

7/8/17

ΗΛΘΕΣ ΩΔΕ ΠΡΟ ΚΑΙΡΟΥ ΒΑΣΑΝΙΣΑΙ ΗΜΑΣ;


       Το ερώτημα του κακού πάντοτε μας βασανίζει, ιδίως αν υπάρχουν ο διάβολος και οι δαίμονες. Αν το κακό ήταν απλώς μία ηθική κατηγορία η ευθύνη για την ύπαρξή του στον κόσμο θα έγκειτο στον καθέναν. Θα αρκούσε ένας ηθικός αγώνας, ώστε το κακό να μην κυβερνά τις ζωές μας. Αν μάλιστα καταφέρναμε να συμφωνήσουμε σε έναν από κοινού αποδεκτό ορισμό του, τότε θα γνωρίζαμε τι πρέπει να κάνουμε και τι όχι. Όμως κάτι τέτοιο δε φαίνεται εφικτό, τόσο διότι οι άνθρωποι έχουμε διαφορετικές αντιλήψεις περί του τι επιτρέπεται και, άρα, είναι καλό και περί του τι απαγορεύεται και, άρα, είναι κακό. Εκεί όμως που δυσκολευόμαστε αληθινά να ορίσουμε πώς εκφράζεται το κακό είναι με την προσωποποίησή του.
Ο ορθολογιστής άνθρωπος των καιρών μας είτε θεωρεί τον διάβολο και τους δαίμονες, υπάρξεις οι οποίες έχουν μετατραπεί σε προσωποποίηση του κακού, καθότι σκοπός τους είναι η άρνηση και η καταστροφή του Θεού, του θελήματός Του και των δημιουργημάτων Του που είναι ο άνθρωπος και ο κόσμος, ως μη υπαρκτές ή ως ανερμήνευτες και , επομένως, εκτός των δικών του δυνατοτήτων ενασχόλησης. Μάλιστα, οι ορθολογιστές θεωρούν τα πονηρά πνεύματα κατάλοιπα αρρωστημένης θρησκευτικότητας του παρελθόντος και εκφράσεις διεστραμμένης και παθογενούς προσωπικής εμμονής σε κόσμους που δεν υφίστανται. Ενώ οι παλαιοί φοβόντουσαν τον διάβολο και τον θεωρούσαν υπαίτιο του κακού, οι σύγχρονοι τον θεωρούν γέννημα της ανθρώπινης φαντασίας, όταν δεν μπορεί να ερμηνεύσει αρνητικές συμπεριφορές ή περιστάσεις, καθώς και θρησκευτικό φόβητρο που μας γυρίζει στο παρελθόν.
Το Ευαγγέλιο όμως είναι σαφές. Μας μιλά για τον διάβολο ως πρόσωπο, ως ύπαρξης που υπάρχει και μας ταλαιπωρεί. Με αφορμή μάλιστα την επίσκεψη του Χριστού στην περιοχή των Γεργεσηνών, όπου Τον συναντούν δύο δαιμονισμένοι που έρχονταν από τα μνήματα, τόσο φοβεροί, που κανένας δεν τολμούσε να περάσει από κείνον τον δρόμο, οι δαίμονες διά μέσου των ανθρώπων Του λένε: «Τι ημίν και σοι, Ιησού υιέ του Θεού; ήλθες ώδε προ καιρού βασανίσαι ημάς;»(Ματθ.  8, 29). «Τι δουλειά έχεις εσύ με μας, Υιέ του Θεού; Ήρθες εδώ, για να μας βασανίσεις πριν την ώρα μας;».  Ο δαιμονικός αυτός λόγος μας δείχνει ξεκάθαρα ποιο είναι το ποιον του διαβόλου και των δαιμόνων, των πεπτωκότων από το θέλημα του Θεού αγγέλων του.
Κατ’ αυτούς ο Θεός και ο διάβολος δεν έχουν καμία σχέση. Ο διάβολος ζητά να εξουσιάσει απόλυτα τον κόσμο και τον άνθρωπο. Δεν μπορεί να αντέξει ούτε ίχνος καλού. Αυτή η απολυτότητα δεν αφήνει περιθώρια συμβιβασμού για τον διάβολο με τον Θεό. Όπου υπάρχει έστω και ένα ίχνος Θεού, τότε ο διάβολος δεν μπορεί να αντέξει. Αγωνίζεται λοιπόν να υποδουλώσει πλήρως τα δημιουργήματα του Θεού. Δεν αντέχει δεύτερους ρόλους.
Ο διάβολος αναγνωρίζει ποιος είναι ο Υιός του Θεού. Γνωρίζει ποια είναι η αλήθεια. Ξέρει ότι και μόνο που υπάρχει ο Θεός, ο ίδιος και οι δαίμονες βασανίζονται. Μπορεί πρόσκαιρα να αισθάνονται ότι έχουν εξουσία επάνω στον κόσμο, να αισθάνονται ότι μπορούν να κυριαρχούν και να ελέγχουν τις ζωές μας, ωστόσο γνωρίζουν καλά ότι και μόνο η παρουσία του Υιού του Θεού, του Χριστού, είναι αρκετή για να τους βασανίζει. Θα έρθει μάλιστα η στιγμή, όταν ο χρόνος πάψει να είναι ενταγμένος στη ζωή του κόσμου, όταν εισαχθούμε στην αιωνιότητα διά της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού ή και όταν ο άνθρωπος φύγει από αυτόν  τον κόσμο, οπότε    και ο διάβολος δεν θα μπορεί διά της αμαρτίας, των λογισμών, των παθών, του ατομικού θελήματος, της υπερηφανείας, να κυβερνήσει τον άνθρωπο και τον κόσμο, και τότε θα βασανίζεται. Διότι βασανιστήριο είναι να μην μπορείς να πράξεις το κακό.  Να μην μπορεί το δικό σου εγωκεντρικό θέλημα να κυριαρχήσει. Βασανιστήριο είναι η κτίση να είναι ελεύθερη από σένα. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη αλήθεια. Ότι αν ο άλλος δεν μπορεί να ελεγχθεί, τότε εσύ υποφέρεις. Κι αυτό το υφιστάμεθα και οι άνθρωποι, ενίοτε και για καλό σκοπό. Η ελευθερία μας ενοχλεί. Γιατί οι άλλοι μπορούν να παραδοθούν ακόμη και στο κακό, ενώ εμείς έχουμε τις καλύτερες προθέσεις για εκείνους. Όμως ο Θεός έχει έρθει στον κόσμο   για να δείξει ότι μόνο η ελευθερία σώζει και δίνει αληθινή δύναμη στον άνθρωπο.
Ο διάβολος γνωρίζει ποια είναι η φύση του. Ξέρει ότι από μόνος του δεν έχει καμία δύναμη. Κι έτσι θα πάρει άδεια να εισέλθει στην αγέλη των χοίρων και να την γκρεμίσει στην άβυσσο. Να κάνει έστω και λίγο το θέλημά του που είναι να ταλαιπωρεί την κτίση. Μπορεί ο Χριστός να του το επιτρέπει, χάριν παιδαγωγίας των ανθρώπων που βόσκουν χοίρους, παρότι ο μωσαϊκός νόμος, ο νόμος δηλαδή του Θεού, δεν το επέτρεπε, ωστόσο αυτό δείχνει ότι ο διάβολος από μόνος του δεν μπορεί να επιβάλει κάτι. Είναι αδύναμος ενώπιον και του Θεού και των ανθρώπων, όσο κι αν εμείς τον φοβόμαστε.
Η πίστη μας δείχνει τις αληθινές διαστάσεις του κακού. ¨Ότι αυτό δε δημιουργήθηκε από τον Θεό, αλλά είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης της ύπαρξης, τόσο των αγγέλων που χωρίς Θεό γίνονται δαίμονες, όσο και των ανθρώπων, που χωρίς Θεό δίνουν τόπο στον διάβολο. Ότι ο διάβολος ζητά τον απόλυτο έλεγχο του ανθρώπου και του κόσμου, ότι ακόμη κι ένα ίχνος καλού, ένα ίχνος Θεού προδικάζει την τελική ήττα του διαβόλου. Και έχουμε χρέος οι άνθρωποι να αφήνουμε όσο μπορούμε, έστω και από την χαραμάδα της καρδιάς μας, να μπαίνει το φως του Θεού, το φως της πίστης, λίγη αγάπη. Και θα λυτρωθούμε. Ο διάβολος υπάρχει για να βασανίζει. Όμως είναι ανίσχυρος στην πραγματικότητα. Απέναντί του λοιπόν δεν ταιριάζει ο φόβος, αλλά η εμπιστοσύνη στον Θεό και το θέλημά Του. Και τότε ο διάβολος, όσο κι αν μας πειράζει, έχει ήδη ηττηθεί.
Οι ορθολογιστές των καιρών μας δεν πιστεύουν πως υπάρχουν άγγελοι και δαίμονες. Εμείς δεν πιστεύουμε στην θεοποίηση του κακού. Πιστεύουμε όμως ότι τα πάντα στη ζωή περνούν μέσα από τα πρόσωπα, τις έλλογες υπάρξεις που έχουν θέληση και ελευθερία να κοινωνούν με τον Θεό ή να Τον αρνούνται.  Το μυστήριο της Εκκλησίας σ’ αυτό ακριβώς έγκειται: μαζί με τους συνανθρώπους μας να ζούμε τον τρόπο του Θεού, όπως αυτός περνά μέσα από την κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού. Και τότε το κακό είναι πραγματικά ανίσχυρο και όποιος το πράττει, ακολουθώντας τον πονηρό, βασανίζεται ο ίδιος, διότι δεν έχει την χαρά της ελευθερίας και της αγάπης εντός του!

Κέρκυρα, 9 Ιουλίου 2017 

7/5/17

ΤΑ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΙ

             
Η περιπέτεια των πόλεών μας με τα σκουπίδια έδειξε και πάλι τη ανυπαρξία του «κοινού καλού». Ανεξάρτητα από το ποιος έχει περισσότερο δίκιο, αυτό που διεφάνη, εκ του θλιβερού αποτελέσματος για τη δημόσια υγεία, είναι ότι η κοινωνία μας έχει μπολιαστεί με τη νοοτροπία του εκβιασμού τόσο, ώστε καμία συμπεριφορά να μη μας προκαλεί εντύπωση. Εξάλλου, η παθητικότητα νεώτερων και μεγαλύτερων, η απλή θέαση των λόφων των σκουπιδιών δηλώνει την αίσθηση του μάταιου οποιασδήποτε αντίδρασης. Έχουμε παραιτηθεί και από την απόφαση για μεταφορά των προβληματισμών μας σε συλλογικό επίπεδο. Όλοι μας μένουμε στον εαυτό μας, στον μικρόκοσμό μας. Θα ανησυχήσουμε μόνο όταν κινδυνεύουμε σε βαθμό απροχώρητο. Φάνηκε ακόμη και η απουσία θεσμικής νοοτροπίας. Ατέρμονοι διάλογοι, στην ουσία παράλληλοι μονόλογοι, απουσία προνοητικότητας, μετάθεση των προβλημάτων για το μέλλον, κακοπιστία, επειδή η αναξιοπιστία χαρακτηρίζει όλους και σε θεσμικό επίπεδο. Και θεσμός δεν είναι μόνο η Πολιτεία. Είναι και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, είναι η τοπική αυτοδιοίκηση, ο καθένας από εμάς όταν εκπροσωπεί πολλούς.
        Τα απορρίμματα δεν είναι μόνο υλικά στη ζωή μας. Σε ό,τι περισσεύει από τη διαχείριση της καθημερινότητάς μας έχει βεβαίως προστεθεί ό,τι θεωρούμε πλέον άχρηστο και περιττό, διότι το έχουμε αντικαταστήσει με καινούργιο, κατά την ευκολία και νοοτροπία του πολιτισμού μας. Τα απορρίμματα είναι και πνευματικά. Έχουν να κάνουν με τα πάθη και τα λάθη μας, τα οποία χαρακτηρίζουν την προσωπικότητά μας, αποτελώντας ασθένειες της ψυχή μας. Αντίστοιχα, και με ιδέες και με συμπεριφορές οι οποίες αποβαίνουν καταστροφικές ή με ουσίες που χαρακτηρίζονται ψυχοτρόπες και οδηγούν τους χρήστες τους σε εθισμό, δηλαδή σε εξάρτηση η οποία μεταβάλλει την προσωπικότητα από ελεύθερη σε υπόδουλη, καθιστώντας τον άνθρωπο χωρίς ταυτότητα, έτοιμο «σκουπίδι»  για τους πολλούς.
«Απορρίμματα» γίνονται όμως κάποτε και ηλικιακές κατηγορίες όπως οι νέοι μας. Από την μία η αδιαφορία μας για το πώς μεγαλώνουν, για το ποιες ιδέες τους διαποτίζουν, από ποιον τρόπο ζωής εξαρτώνται, και από την άλλη η αίσθηση ότι σ’  αυτούς τους καιρούς δεν έχουν δικαίωμα να φανούν χρήσιμοι για τον κόσμο και τον εαυτό τους. Να εργαστούν, εξερχόμενοι από ένα εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο τους παραπλανά, διότι τους υπόσχεται ένα πτυχίο χωρίς όμως αντίκρισμα και δεν τους προσανατολίζει σε εργασίες απαραίτητες και σύμφωνες με τα χαρίσματά τους. «Απορρίμματα» γίνονται οι νέοι που μετατρέπονται σε φθηνό εργατικό δυναμικό αφού μεταναστεύσουν στο εξωτερικό, θεωρώντας ότι έχουν εκεί μία ελπίδα αξιοπρέπειας από κοινωνίες αφού αυτές έχουν ισχυρό θεσμικό πλαίσιο, σεβαστό, κατά τεκμήριον, από όλους. «Απορρίμματα» γίνονται οι νέοι όταν δεν μπορούμε να συζητήσουμε, να συναποφασίσουμε και να υλοποιήσουμε ό,τι καταλήξουμε πως είναι το «κοινό καλό».    
Υπάρχει και η ελπίδα της Εκκλησίας, η οποία στη θεολογία της διασώζει την μοναδική αξία του ανθρώπου ως εικόνας Θεού. Γι’  αυτό και δεν υπάρχουν κατηγορίες εντός της, δίκαιοι και αμαρτωλοί, άρχοντες και υπηρέτες, αλλά όλοι διακονούν όλους. Γι’  αυτό και όποιος ζει τον τρόπο της καλείται να διαγράψει με την μετάνοια τα πνευματικά του απορρίμματα. Να υπερβεί την παθητικότητα και με τις επιλογές του να προβάλει την αγάπη και την αλήθεια. Για να γίνουμε σώμα Χριστού και μέλη εκ μέρους, ως χρέος αλλαγής για την κοινωνία.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
Στο φύλλο της Τετάρτης 5 Ιουλίου 2017

7/1/17

ΟΥΔΕ ΕΝ ΤΩ ΙΣΡΑΗΛ ΤΟΣΑΥΤΗΝ ΠΙΣΤΙΝ ΕΥΡΟΝ

       
Στη ζωή μας συχνά συναντούμε ανθρώπους που μας εκπλήσσουν. Που επιδεικνύουν συμπεριφορά και ήθος εντελώς διαφορετικό από αυτό που περιμένουμε. Άνθρωποι που συγχωρούν, ενώ περιμένουμε να μας απορρίψουν ή να μας τιμωρήσουν. Άνθρωποι που μας προσέχουν, ενώ περιμένουμε να μας προσπεράσουν αδιάφορα. Άνθρωποι που βγάζουν μία πίστη αναπάντεχη για τα μέτρα και τα δεδομένα τους, όχι μόνο στον Θεό, αλλά και στον εαυτό τους και στον συνάνθρωπο. Και αναρωτιόμαστε: τι να είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους αυτούς να μας δείχνουν αυτό το διαφορετικό ήθος;
         Για έναν τέτοιον άνθρωπο θαύμασε και απόρησε ο Χριστός. Επρόκειτο για έναν Ρωμαίο εκατόνταρχο, ο οποίος πήγε να παρακαλέσει τον Κύριο να θεραπεύσει έναν παράλυτο δούλο που είχε και ο οποίος ήταν κατάκοιτος υποφέροντας. Στον λόγο του Χριστού ότι θα πάει στο σπίτι για να τον θεραπεύσει εκ του σύνεγγυς, ο εκατόνταρχος του επισημαίνει ότι δεν ήταν άξιος να Τον δεχτεί στο σπίτι του και Τον παρακαλεί με έναν λόγο Του να θεραπεύσει τον δούλο του. Τότε ο Χριστός θαυμάζει την στάση του και λέει στους μαθητές και σε όσους ήταν παρόντες στο περιστατικό: «Αμήν λέγω υμίν, ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον» (Ματθ. 8, 10). «Σας βεβαιώνω πως τόση πίστη ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες δε βρήκα». Αν από όσους ανήκαν στον περιούσιο λαό του Θεού, τους Ισραηλίτες, θα ήταν αναμενόμενη μια τέτοια πίστη, σε έναν ειδωλολάτρη και μάλιστα ισχυρό κοινωνικά και πολιτικά, κάτι τέτοιο φαντάζει εντελώς αναπάντεχο. Εκπλήσσει και τον Ίδιο τον Θεάνθρωπο!
          Για ποιους λόγους όμως ο εκατόνταρχος δείχνει τέτοια συμπεριφορά;
          Καταλαβαίνει ότι η εξουσία του είναι τίποτε μπροστά στην ματαιότητα και τη φθορά της ζωής, την αρρώστια και τον θάνατο. Αυτό που δεν συνειδητοποιούμε οι περισσότεροι άνθρωποι είναι πως ανεξαρτήτως των μέσων που έχουμε στη διάθεσή μας, της τεχνολογίας, του πολιτισμού, των χρημάτων, των αγαθών, της θέσης μας, έρχεται η στιγμή που αναδεικνύεται ενώπιόν μας όλη η ματαιότητα της ζωής. Κι αυτή είναι η ώρα της αδυναμίας, της φθοράς, του θανάτου. Εκεί καταλαβαίνουμε ότι είμαστε ανήμποροι. Αν όμως αυτό το συνειδητοποιούσαμε χωρίς να χρειάζεται να φτάσουμε στην σκληρότητα της οδύνης, αλλά να είχαμε μόνιμα επίγνωση ότι κάθε εξουσία από μόνη της δεν είναι αρκετή για να αντιμετωπίσει τα υπαρξιακά ερωτήματα, να δώσει απάντηση στο μεγαλύτερο εμπόδιο της ζωής που είναι το ίδιο το τέλος της και να μας βοηθήσει να το υπερπηδήσουμε, τότε θα είχαμε νικήσει όποια αλαζονεία είτε η θέση μας είτε τα χαρίσματά μας είτε οι κόποι μας είτε όσα μας δόθηκαν μάς κάνουν να έχουμε.
        Ο εκατόνταρχος ακόμη είναι άνθρωπος αγάπης. Νοιάζεται για όλους όσους έχει στη δούλεψή του, επομένως και για έναν δούλο,  τον οποίο τον βλέπει σαν παιδί του. Η αγάπη τον κάνει να βλέπει την μοναδικότητα της αξίας του καθενός ανθρώπου. Δεν βλέπει τους άλλους ως αντικείμενα, ως αυτούς που θα τους χρησιμοποιήσει και θα τους πετάξει. Τους βλέπει ως πρόσωπα. Και πονά εξίσου για τον στρατιώτη που είναι υπό τις διαταγές του, για τους συγγενείς του, αλλά και για τον τελευταίο δούλο του. Δεν είναι εξουσιαστής επομένως, αλλά πατέρας.  Και νιώθει ότι και ο Χριστός αυτό είναι για τους ανθρώπους. Πατέρας και φίλος. Όπως ο πατέρας δε χρειάζεται αποδείξεις του σεβασμού των παιδιών του προς αυτόν, αλλά τα αγαπά έτσι κι αλλιώς, το ίδιο και ο εκατόνταρχος πιστεύει για τον Χριστό, ότι δε χρειάζεται αποδείξεις της εμπιστοσύνης του εκατοντάρχου, αλλά μπορεί να του ικανοποιήσει το αίτημα διά του λόγου, ως πατέρας και εκείνου και όλων των ανθρώπων.
      Τέλος, ο εκατόνταρχος δε θέλει το θαύμα για να δοξαστεί διά μέσου του Χριστού ο ίδιος. Συνήθως οι άνθρωποι όταν μας συμβαίνει κάτι ξεχωριστό στη ζωή μας, το προβάλλουμε, το αναδεικνύουμε, ακόμη κι αν δεν είναι δικό μας κατόρθωμα. Είδατε πόσο αξίζουμε που ο Θεός μας δίνει αυτό ή εκείνο; Είδατε πόσο ξεχωριστοί είμαστε που ο Θεός καταδέχεται να εισέλθει στον οίκο της ψυχής μας;  Ο εκατόνταρχος δε ζητά κάτι τέτοιο. Νιώθει πως είναι αδύνατον για τον εαυτό του  να χωρέσει τον Θεό στην οικία του, στην ύπαρξή του ολόκληρη και όχι μόνο αυτό. Δε ζητά από τους άλλους να  γίνουν μάρτυρες του θαύματος για να επιδειχθεί ο ίδιος, αλλά αρκείται στην χάρη και το έλεος του Θεού.
         Αυτός είναι ο δρόμος της αυθεντικής πίστης, η οποία φανερώνεται στο αναπάντεχο.  Κι αυτός ο δρόμος υπάρχει στις καρδιές των ανθρώπων οι οποίοι δεν ακολουθούν το αναμενόμενο ούτε στις περιστάσεις της ζωής ούτε στις ανθρώπινες σχέσεις. Η διάκριση ανάμεσα στο τι αξίζει πραγματικά και τι είναι μάταιο, η αγάπη που γίνεται έγνοια πατρότητας για τον άλλο, ακόμη και γι’ αυτόν που μας αδικεί, αλλά και η ταπεινοφροσύνη, η αίσθηση ότι δεν κάνουμε κάτι για να αποδείξουμε ποιοι είμαστε ή τι αξίζουμε ή τι μας χρωστά ο Θεός, αλλά γιατί έχουμε επίγνωση των ορίων μας και δε μας χρειάζεται η δόξα των ανθρώπων, αποτελούν προϋποθέσεις του αναπάντεχου.
        Ιδίως στις ανθρώπινες σχέσεις, στις οποίες ο πολιτισμός μας σήμερα ζητά την προβλεψιμότητα και έχει αναπτύξει τρόπους έρευνας και μελέτης ώστε η ανθρώπινη συμπεριφορά να ελέγχεται, να προβλέπεται και επομένως να διαμορφώνεται, η ομορφιά του αναπάντεχου ίσως έδινε άλλη ποιότητα τόσο σε μας όσο και στους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρεφόμαστε. Χρειάζεται όμως η πίστη ως βάση για έναν τέτοιο δρόμο. Η επίγνωση ότι δεν περιστρέφεται όλος ο κόσμος γύρω από εμάς και η επίγνωση ότι νόημα δίνει το να δίνουμε και να παίρνουμε εμπιστοσύνη, όχι από το ξεχωριστό μας, αλλά, κυρίως, από την αγάπη που ομορφαίνει αληθινά την ύπαρξη και τελικά ελευθερώνει από τον φόβο της ματαιότητας.

Κέρκυρα, 2 Ιουλίου 2017