5/26/17

ΝΥΝ ΕΓΝΩΚΑΝ ΟΤΙ ΠΑΝΤΑ ΟΣΑ ΔΕΔΩΚΑΣ ΜΟΙ ΠΑΡΑ ΣΟΥ ΕΣΤΙΝ

        Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να πιστέψουν ότι ο Χριστός δεν ήταν απλώς μία ξεχωριστή μορφή που σημάδεψε την Ιστορία της ανθρωπότητας. Ότι δεν ήταν μόνο ένας δάσκαλος, ένας κοινωνικός επαναστάτης, ένας αδικημένος από τον κόσμο. Όταν έρχεται η στιγμή που καλούνται να Τον δούνε ως τον Θεό που έγινε άνθρωπος και επέστρεψε στον ουρανό με την ανθρώπινη φύση, αναληφθείς, τότε προτιμούν να προσπεράσουν αυτό το δεδομένο. Διότι  αν το αποδεχτούν, τότε καλούνται ναι αποφασίσουν και ποια σημασία έχει η παρουσία του Χριστού για την ζωή τους. Γιατί αν ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος, δύσκολα μπορούμε να Τον αγνοήσουμε. Μας έχει αφήσει παρακαταθήκες. Το Ευαγγέλιο. Την προτροπή να Τον ακολουθήσουμε ως μαθητές Του. Να εφαρμόσουμε την διδασκαλία Του. Να Τον εμπιστευθούμε ως Σωτήρα μας. Να μην αποκαρδιωθούμε μπροστά στον θάνατο. Αυτός ο δρόμος όμως προϋποθέτει το πέρασμά μας και την ένταξή μας στην ζωή της Εκκλησίας. Γιατί εκεί βρίσκεται ο Χριστός. Στην Εκκλησία. Είναι το Σώμα Του. Και όσοι θέλουμε να ανήκουμε στην Εκκλησία είμαστε τα μέλη του Σώματος του Χριστού. Τον κοινωνούμε με το Σώμα Του και το Αίμα Του. Και συνειδητοποιούμε ότι Αυτός είναι η Ζωή, η οποία έρχεται εκ του Ουρανού και μας ανεβάζει στον Ουρανό.
          «Νυν έγνωκαν ότι πάντα όσα δέδωκάς μοι παρά σου εστίν» (Ιωάν. 17,7). «Αυτοί τώρα ξέρουν πως όλα όσα μου έδωσες προέρχονται από σένα», λέει ο Χριστός στην τελευταία προσευχή Του στον Θεό Πατέρα λίγο πριν την σύλληψή Του στον κήπο της Γεθσημανή.  Οι μαθητές Του και κατ’ επέκτασιν όλοι οι άνθρωποι που πιστεύουν σ’ Αυτόν γνωρίζουν ότι ο Χριστός είναι ο Θεός που έγινε άνθρωπος. Μόνο που η ανθρώπινη φύση ενώθηκε με την θεία και έλαβε από αυτήν τα πάντα, που προέρχονται από τον Πατέρα. Δεν είναι επιδεχόμενη θεώσεως η ανθρώπινη φύση του Χριστού, αλλά έχει ήδη θεωθεί. Έχει κατά γνώμην θέλημα, μόνο που αυτό ταυτίζεται με το θέλημα του Θεού. Υφίσταται τους πειρασμούς του παλαιού ανθρώπου, όπως διεφάνη στην έρημο του Ιορδάνου μετά την Βάπτιση. Ο διάβολος ξεκινά από το αδιάβλητο πάθος της πείνας για να κάνει και τον Χριστό  εξαρτημένο από την παράδοση στο χορτασμό της σάρκας που ξεχνά τον Θεό, στην φιληδονία δηλαδή. Ο διάβολος θέλει να ρίξει τον Χριστό στο πάθος της φιλοδοξίας: να αποδείξει ότι είναι ο Υιός του Θεού εκβιάζοντας τον Θεό Πατέρα να τον σώσει πέφτοντας από το ύψος του ναού, ώστε να δοξαστεί το εγώ. Ο διάβολος θέλει να ρίξει τον Χριστό στο πάθος της εξάρτησης από την ύλη, δηλαδή στο να αιχμαλωτίσει την καρδιά Του στον πλούτο των θησαυρών και της εξουσίας, ώστε να λατρέψει εκείνον ως θεό, να υποταχτεί στο κακό. Ο διάβολος πειράζει τον Χριστό με την θλίψη του θανάτου, της εγκατάλειψης δηλαδή από τον Θεό στην αγωνία της Γεθσημανή, ώστε ο Χριστός να αισθανθεί απόλυτα μόνος και να αρνηθεί τη αποστολή Του, που είναι η σωτηρία των ανθρώπων. Να βάλει δηλαδή την δική Του ζωή πιο πάνω από την ζωή των πάντων. Όμως ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος και η ανθρώπινη φύση Του έχει λάβει πλέον μέσα από την κοινωνία με την θεία δωρεά να νικά τους πειρασμούς, καθώς ο Χριστός δεν σκέφτεται, δεν δρα, δεν ζει με τα κριτήρια του κόσμου, του παλαιού ανθρώπου, ο οποίος εν τω πονηρώ κείται.
          Αυτός είναι ο δρόμος για όλους μας μέσα στην Εκκλησία. Όπως ο Χριστός νίκησε αυτούς τους πειρασμούς επικαλούμενος τον Θεό, τον λόγο του Θεού ως αντίδοτο στην φιληδονία και στο ένστικτο της επιβίωσης, τον σεβασμό στον Θεό και την συναίσθηση ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να απαιτεί από τον Θεό, αλλά να πορεύεται ταπεινά προς Αυτόν, αλλά και την λατρεία και την αναγνώριση ότι δε είναι το έχειν ο θησαυρός της καρδιάς μας, αλλά η σχέση μας με τον Θεό, όπως επίσης και ότι κανείς φόβος, ούτε του θανάτου ούτε της μοναξιάς δεν μπορεί να βάζει το εγώ μας πάνω από το θέλημα του Θεού, έτσι κι εμείς. Μπορούμε να νικήσουμε τον παλαιό άνθρωπο εντός μας αρκεί να γνωρίσουμε και να αναγνωρίσουμε πως ό,τι έχουμε από τον Θεό μας δόθηκε και στον Θεό καλούμαστε να το επιστρέψουμε. Και την ίδια στιγμή να εκτιμήσουμε τον νέο άνθρωπο, ο οποίος μας δόθηκε στην Εκκλησία, στο μυστήριο του Βαπτίσματος, αλλά και στην μετοχή στην σύνολη εκκλησιαστική ζωή, από την οποία γιατρευόμαστε υπαρξιακά και αγιαζόμαστε.   
Σ’ αυτόν τον δρόμο οδηγοί μας αδιάψευστοι είναι όσοι προηγήθηκαν από εμάς και ιδιαίτερα οι Πατέρες της Εκκλησίας. Αυτοί δηλαδή οι οποίοι μπόρεσαν μέσα από την ζωντανή σχέση με τον Χριστό και την αγάπη προς την Εκκλησία να ξεδιαλύνουν τις αλήθειες της πίστης. Άλλοι ήταν μορφωμένοι. Άλλοι ήταν απλοί. Άλλοι συνέβαλαν στον γόνιμο διάλογο του χριστιανισμού με τον ελληνισμό. Άλλοι ποίμαναν το ποίμνιό τους με ταπείνωση και αγάπη. Έγιναν κανόνες πίστεως όχι μόνο με τις διδασκαλίες τους αλλά και με το ήθος τους. Πέτυχαν έτσι την ευλογημένη ενότητα να αισθάνονται ότι ο ένας συμπληρώνει τον άλλο εν Αγίω Πνεύματι και αληθεία. Και μέσα από τις Συνόδους, ιδίως τις Οικουμενικές, διατύπωσαν την διδασκαλία που ανακαινίζει τον άνθρωπο, τον κάνει να μαθαίνει και να ζει ποιος είναι ο Χριστός και την ίδια στιγμή προφύλαξαν την Εκκλησία από την λύμη των αιρέσεων δίδοντας στον κόσμο να κατανοήσει ότι ο Χριστός είναι η Αλήθεια και η Εκκλησία μπορεί να δώσει την αυθεντική ερμηνεία για το Πρόσωπο του Χριστού, διασώζοντας τον κόσμο και τον καθέναν.
Αυτόν τον πατερικό δρόμο, με εμπιστοσύνη στην Εκκλησία, ας ακολουθήσουμε στους καιρούς που ο παλαιός άνθρωπος και ο διάβολος φαίνεται να θριαμβεύουν και όχι μόνο εκτός μας!

Κέρκυρα, 28 Μαΐου 2017

5/25/17

ΝΕΟΙ, ΒΙΑ ΚΑΙ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΟΣ ΦΑΝΑΤΙΣΜΟΣ


Οι νέοι δεν είναι συμβιβασμένοι με την ήττα. Θέλουν να κερδίζουν, κάποτε ανεξαρτήτως του τρόπου. Αυτό διαφαίνεται συχνά στο ποδόσφαιρο και στο μπάσκετ, αθλήματα ιδιαίτερα αγαπητά. Εκτός του ότι όλοι όσοι ασχολούνται ως θεατές με αυτά, έχουν άποψη, χωρίς συνήθως να γνωρίζουν καλά τους κανονισμούς, αλλά και χωρίς να καταλαβαίνουν ότι σ’  ένα παιχνίδι δεν συμμετέχουν αλάθητοι άνθρωποι, διαφαίνεται και ένας έντονος φανατισμός στην παρακολούθηση των αγώνων, όπως και στα πριν και στα μετά. Και επειδή ο αθλητισμός διασώζει έντονα το αίσθημα «του ανήκειν» σε μία εποχή στην οποία οι άνθρωποι δεν αισθάνονται ότι μπορούν να δώσουν εύκολα τον εαυτό τους κάπου και να μην εισπράξουν αδιαφορία και περιφρόνηση, συνδέεται με το δόγμα: «να κερδίσω με κάθε τρόπο».
Διότι δεν είναι μόνο η ομάδα που κερδίζει, αλλά και ο οπαδός μαζί της. Αυτός που μπορεί την ίδια στιγμή να ειρωνευτεί τους οπαδούς της άλλης ομάδας στο Διαδίκτυο. Να αισθανθεί σπουδαίος, επειδή η ομάδα του νίκησε, ή αδικημένος, επειδή η ομάδα του ηττήθηκε. Δύσκολα αναγνωρίζει στην άλλη ομάδα ότι ήταν καλύτερη ή έπαιξε καλύτερα. Συνήθως επικρατεί η αντίληψη της αδικίας. Επειδή δεν μου αρέσει να χάνω, δεν πρέπει και να χάσω. Αλλά κι αν ακόμη συμβεί αυτό, ο αντίπαλος δεν είναι τίμιος. Ή δικαιούμαι να κερδίσω, επειδή στο παρελθόν αδικήθηκα και τώρα μπορώ να ανταποδώσω το άδικο με άδικο.
Μια ματιά στα σχόλια των νέων συνήθως, οι οποίοι πληκτρολογούν τις απόψεις τους κάτω από τις περιγραφές των αγώνων ή με αναρτήσεις τους στο Facebook, αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Η βία δεν εμφανίζεται ξαφνικά στα γήπεδα. Η εκμετάλλευση της ανάγκης του ανθρώπου να κερδίσει, προετοιμάζει το έδαφος. Ο εμπαθής άνθρωπος οργίζεται με την ήττα. Βρίζει με αισχρό τρόπο όλους όσους είναι αντίπαλοί του ή και τους παίκτες της δικής του ομάδας, όταν δεν αποδίδουν όπως περιμένει. Και περνά εύκολα από το στάδιο της εκτόνωσης για τα προβλήματα ή τις υποχρεώσεις της ζωής του, στο στάδιο του μίσους για τους άλλους, τους «αντιπάλους», της πλήρους απομάκρυνσης από την αλήθεια, το μέτρο, το αίσθημα της δικαιοσύνης.
Οι ειδικοί προτείνουν καλλιέργεια μιας άλλης κουλτούρας μέσω της παιδείας. Μόνο που το μικρόβιο έχει μεταδοθεί και εκεί. Η βία και ο φανατισμός επικρατούν και σε σχολικούς αγώνες, διότι κι εκεί το Γυμνάσιο ή το Λύκειό μας πρέπει να κερδίσει.  Παρά τα μαθήματα για την χαρά της συμμετοχής, η νίκη γίνεται αυτοσκοπός. «Ο πρώτος είναι το παν, ο δεύτερος τίποτα», αυτό είναι το δόγμα των καιρών μας.
Η Εκκλησία μιλά για τον εμπαθή άνθρωπο. Γι’ αυτόν που δεν θέλει την ταπεινοφροσύνη, αλλά και ταυτίζει την χαρά  με τη εξουσία και όχι με την αγάπη. Στην πνευματικότητα της παράδοσής μας βρίσκεται η αυθεντική απάντηση στα προβλήματα της βίας και του φανατισμού. Μπορούμε να εμπνεύσουμε τους νεώτερους, βλέποντάς μας να μην νικιόμαστε από την υπερηφάνεια για την με κάθε τρόπο νίκη, αλλά επιλέγοντας να χαιρόμαστε να είμαστε αληθινοί και στις κρίσεις μας και στον τρόπο που βλέπουμε το όποιο «ανήκειν», ώστε να μάθουμε ότι το νόημα της ζωής βρίσκεται στην συνύπαρξη.  Το εμπορευματοποιημένο αθλητικό σύστημα δεν το θέλει αυτό. Η ελπίδα όμως βρίσκεται στην επιλογή του καθενός!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 24 Μαΐου 2017

5/23/17

Η ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ


(Παρουσίαση του ομότιτλου βιβλίου της Φωτεινής Τσαλίκογλου- εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ)

            Πόσο μας έχει απασχολήσει το γεγονός του τι αξίζει στην ζωή μας αληθινά; Ποιος είναι ο θησαυρός μας; Βέβαια το Ευαγγέλιο λέει ότι όπου είναι ο θησαυρός μας, εκεί είναι και η καρδιά μας (Ματθ. 6, 21) Η εποχή μας ζητά να βάλουμε την καρδιά μας σ’  αυτό που λέει ξεκάθαρα το σύνθημα: «να περνάς καλά»! Να έχεις παρέα, να έχεις πρόσβαση στα δίκτυα κοινωνικής ενημέρωσης, να τα έχεις καλά με τους δικούς σου, να μην περνάς δοκιμασίες στη ζωή σου γιατί έχεις την υγειά σου, να μπορείς να απολαύσεις τις μικρότερες ή μεγαλύτερες χαρές που ο κόσμος και ο πολιτισμός μας προσφέρουν. Σε τι όμως από αυτά μπορείς να δώσεις την καρδιά σου;
            Πριν από κάποια χρόνια η ζωή έπαιρνε νόημα μέσα από τις ιδέες. Η πολιτική ήταν το κλειδί, διότι εκεί μπορούσαν τα οράματα των ανθρώπων για έναν κόσμο  πιο δίκαιο για όλους με βάση την ισότητα ευκαιριών, την υπέρβαση της κοινωνικής τάξης και καταγωγής, την χρήση της οικονομίας όχι ως αυτοσκοπού, αλλά ως μέσου για μία καλύτερη ποιότητα ζωής, την παιδεία στην οποία οι υποδομές, οι αμοιβές των εκπαιδευτικών, αλλά και οι ευκαιρίες και στους πιο αδύναμους θα γεννούσαν μία νέα κοινωνία. Η άλλη πλευρά της πολιτικής ιδεολογίας έλεγε ότι παλεύουμε για να χτίσουμε ένα κοινωνικό σύστημα στο οποίο ο εργατικός, ο ευφυής, ο άριστος, ο ανώτερος κοινωνικά, αυτός που θα εκμεταλλευόταν ευκαιρίες θα είχε πρόσβαση στον πλούτο και θα αποκτούσε αγαθά, ώστε να έχει καλύτερη ποιότητα ζωής. «Να έχεις ή να είσαι;» αναρωτιόμασταν και η απάντηση, φανερά και αφανέρωτα, πήγαινε στο «είσαι ό,τι έχεις». Μπορεί να το καταδικάζαμε, αλλά το θέλαμε κατά βάθος. Και κάναμε ό,τι μπορούσαμε ώστε να έχουμε για να είμαστε. Οι ιδέες όμως πέθαναν. Και ο θρίαμβος των αγορών οδήγησε σε κοινωνίες στις οποίες τα 2/3 αρχικά και σιγά- σιγά τα ¾ θα επιβιώνουν, ενώ οι υπόλοιποι θα ζούνε καλά! Άρα, αν η καρδιά μας βρίσκεται στο «έχειν», θα πρέπει να ανήκουμε στους λίγους. Ακόμη όμως κι αυτοί, δεν μπορούν να ξεπεράσουν το αναπόφευκτο του θανάτου. 
            Οι ανθρώπινες σχέσεις πάντοτε αποτελούσαν το κλειδί για το νόημα της ζωής. Είμαι τύπος εξουσιαστικός; Τότε μπορώ να ελέγξω τη ζωή μου και τις ζωές των άλλων. Είμαι τύπος δοτικός; Τότε αισθάνομαι ότι προσφέροντας βρίσκω νόημα, αλλά συχνά υφίσταμαι την εκμετάλλευση. Είμαι τύπος ισορροπημένος ανάμεσα στα δύο αυτά στοιχεία; Τότε θα δώσω και θα πάρω. Όμως αυτό το οποίο ίσως δεν μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε είναι το ότι η η καρδιά μας είναι που ευτυχεί, η καρδιά μας είναι που δυστυχεί ανεξάρτητα από το έχειν. Γιατί στις εξωτερικές συνθήκες ο άνθρωπος, έχοντας το ένστικτο και το δώρο της επιβίωσης, θα προσαρμοσθεί. Ακόμη κι αν χρειαστεί να υποκαταστήσει την πραγματικότητα με την ονειρώδη φαντασία. Στην αποτυχία του όμως να έχει γνήσιες σχέσεις, κάτι που εξαρτάται από τις ανάγκες, τις επιλογές, αλλά και τους άλλους, δεν μπορεί εύκολα να προσαρμοστεί.
Η εποχή μας δεν το λέει επίσημα, στα πλαίσια των πολιτισμικών προτύπων. Το λέει όμως μέσα από τα βιβλία, την εκλαΐκευση της ψυχολογίας, το αξιακό υπόβαθρο το οποίο σταδιακά αναδύεται μέσα από την κρίση και το οποίο μιλά για εθελοντισμό, για σεβασμό στην ετερότητα, για αλληλεγγύη, για ανθρωπιά, για υπέρβαση της γκρίνιας και της μιζέριας και για θετικότητα, ότι τελικά η επιτυχία στη ζωή δεν έχει να κάνει με τη θέση, την τσέπη, την εξουσία, αλλά με τον μέσα κόσμο μας που χάσαμε. Και από κει θα γίνει το ταμείο. Όταν πεθαίνει κάποιος, κανείς δεν λέει ότι το κυριότερο στη ζωή του ήταν ο πλούτος. Όλοι θέλουν να τον θυμούνται ή και όχι, για το αν υπήρξε άνθρωπος, αν αγωνίστηκε, αν έδωσε, αν οραματίστηκε, αν δημιούργησε, αν αγάπησε, αν αφήνει πίσω του κάποια ελπίδα σ’  αυτούς που τον γνώρισαν. Με έναν λόγο, αν υπήρξε αληθινά άνθρωπος!
Με όλα τα παραπάνω καταλαβαίνουμε ότι ο λόγος του Ευαγγελίου σήμερα γίνεται ολοένα και πιο καίριος. Όπου ο θησαυρός μας, εκεί και η καρδιά μας, και το αντίστροφο. Διότι όταν έρχεται η ώρα να μετακομίσουμε από αυτά που έχουμε, να τα αφήσουμε πίσω, όταν έρχεται η στιγμή που μας ζητείται να πάρουμε μαζί μας ό,τι πολύτιμο αισθανόμαστε ότι αποκτήσαμε στην πορεία μας, τότε κανείς καταλαβαίνει πού είναι η καρδιά του. Χρειάζεται βέβαια να ξεκαθαρίσει τις μνήμες του. Το δικό του ταξίδι μέσα στον χρόνο. Να ξεδιαλύνει την ήρα από το στάρι. Δεν είναι εύκολο να πετάξεις πράγματα, γιατί ό,τι ζούμε είναι δικό μας. Αν όμως πρέπει να αξιολογήσουμε την ζωή μας, γιατί δεν γίνεται αλλιώς, τότε ό,τι αγαπήσαμε αληθινά, μας δείχνει και το νόημα.
Η ηρωίδα του μυθιστορήματος της κ. Φωτεινής Τσαλίκογλου, η κυρία Ευρυδίκη, διάλεξε τον Νίτσε, το ημερολόγιο της πεθαμένης κόρης της και την «Οδύσσεια». Την φιλοσοφία της χαράς και της δημιουργικότητας, τις μνήμες της αυθεντικής αγάπης και την αίσθηση ότι το ταξίδι δεν τελειώνει.  Μετακόμιση εκεί όπου οι ηλικιωμένοι μπορούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια τα τέλη τους, ανώδυνα και ανεπαίσχυντα και ειρηνικά, αλλά χωρίς οικείους. Η οικειότητα όμως είναι εντός μας. Στις μνήμες μας. Σε ό,τι αγαπήσαμε. Και εκεί έμεινε η καρδιά της ηρωίδας. Αυτός είναι ο θησαυρός της. Αυτό το «μαζί», που μπορούμε να χτίσουμε στον κόσμο και στο σήμερα. Οικογένεια, ιδέες και διάθεση, μνήμες, καλοσύνη και αγάπη και ταξίδι, είτε στις ιστορίες είτε στην ζωή, πάντως όχι παραίτηση. Όσο ζούμε, μπορούμε να προσθέσουμε. Όχι να λησμονήσουμε, αλλά να μην κολλήσουμε στο χτες, στις ενοχές μας, στα όσα δεν ζήσαμε. Πάντα υπάρχει το μπροστά. Ο πιο δύσκολος δρόμος είναι αυτός που έρχεται. Αλλά και ο πιο ελπιδοφόρος.
Αυτός ο δρόμος μπορεί να καταδειχθεί στους καιρούς μας. Ίσως αυτό να είναι και το χρέος των πνευματικών ανθρώπων, δηλαδή πέρα από την εργασία και την διακονία του ανθρώπου, να μας βοηθήσουν με τον τρόπο τους να καταλάβουμε ότι δεν μας ανήκει τίποτα, ότι η ζωή δεν γράφεται με το «αν» αλλά με το «ναι» και το «όχι» όπου χρειάζεται,  ότι κανείς δεν μένει στο σπίτι του πια, αλλά ο καθένας χρειάζεται να κάνει το βήμα στο «μαζί», στο «εμείς», ότι χωρίς να απορρίψουμε την σύγχρονη ζωή και τάξη, καλούμαστε να κατανοήσουμε ότι φέρνει σύγχυση και ότι χρειάζεται ο καθένας, στην ατομικότητά του, να βρει και να μοιραστεί τις απαντήσεις του. Αρκετά στο κλείσιμο στο εγώ μας. Μπορούμε να χτίσουμε τις ιστορίες μας, ιδίως οι νεώτεροι!
Η Εκκλησία ψάλλει για τον ιερέα όταν φεύγει από τον κόσμο έναν εξαίρετο ύμνο στον οποίο περιγράφει την νέκρωση του ανθρώπου, την ανάγκη για προβληματισμό για την ματαιότητα της ζωής, αλλά κλείνει λέγοντας το πιο ωραίο και ελπιδοφόρο μήνυμα που η πνευματική μας παράδοση κομίζει:  «η αληθινή αγάπη ουδέποτε νεκρούται». Κι εμείς συμπληρώνουμε: «Ναι, διότι πιστεύουμε στην Ανάσταση! Πιστεύουμε πως η μοναδικότητα της ζωής καθιστά τον καθέναν μας άξιο σεβασμού, αλλά και την ίδια στιγμή είναι ευθύνη μας να επιλέξουμε να δώσουμε εμείς απάντηση στο πού θα είναι η καρδιά μας και ο θησαυρός μας»! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Κέρκυρα, 20 Μαΐου 2017

5/20/17

ΤΥΦΛΟΣ ΩΝ ΑΡΤΙ ΒΛΕΠΩ


 Η όραση είναι ίσως η πιο πολύτιμη από τις αισθήσεις, με τις οποίες ο Θεός προίκισε τον άνθρωπο. Με τη βοήθειά της ο άνθρωπος πετυχαίνει να κατανοήσει την όψη των πραγμάτων, να δει τον πλησίον του και το πώς σκέπτεται και εκφράζεται, καθώς και να κάνει βήματα προς την αλήθεια της ζωής. Η όραση γεννά δημιουργικότητα. Οδηγεί στην αγάπη. Δίνει στον άνθρωπο το αίσθημα της χαράς. Χωρίς αυτήν μία μεγάλη έλλειψη μας χαρακτηρίζει. Πρέπει να μαντεύουμε για τα πάντα. Δεν έχουμε αυθεντική προσέγγιση της αλήθειας, διότι δεν μπορούμε να επιβεβαιώσουμε, έστω και με σχετικότητα, αυτό που σκεπτόμαστε, αναζητούμε και βρίσκουμε.  Ο χωρίς όραση άνθρωπος έχει πάντοτε στην πορεία του το αίσθημα της μερικότητας, της αποσπασματικότητας. Χωρίς απαραίτητα να είναι δυστυχισμένος, ακούει τον κόσμο, αλλά δεν μπορεί να τον δει. τον μοιράζεται, αλλά δεν τον προσλαμβάνει στην πληρότητά του, διότι του λείπει η ικανότητα ταυτόχρονα να βλέπει και να σκέφτεται τι είναι αυτό που βλέπει. Όταν πρέπει να μαντεύει, αισθάνεται ότι πορεύεται τα πάντα τελικά θα είναι κάπως άγνωστα στη ζωή του.
                Η μόνη σχέση που δεν μπορεί να επηρεαστεί από την απουσία ή τη αδυναμία της όρασης, είναι η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Ο Θεός δεν φανερώνεται μόνο στα αισθητά μάτια του ανθρώπου, αλλά, κυρίως, αγκαλιάζει την καρδιά του. Δίνει στον άνθρωπο την δυνατότητα να Τον αισθανθεί στην ύπαρξή του, να κατανοήσει ποιο είναι το θέλημά Του, να γνωρίσει τον τρόπο με τον οποίο ο Θεός υπάρχει, δηλαδή την αγάπη, και να αποκτήσει την ελπίδα ότι η τυφλότητα ξεπερνιέται όχι μόνο με το να ανοιχτούν τα μάτια του σώματος, αλλά, κυρίως, με το να μπορεί να δει ο άνθρωπος με τα μάτια της ψυχής. Τυφλός είναι όποιος δεν ζει την αλήθεια.  Όποιος δεν βλέπει την πορεία της ζωής ότι υπόκειται στις διαστάσεις του χρόνου, ότι η φύση παραμένει απαθής και στην ζωή και στο τέλος του ανθρώπου, ότι ο κόσμος θα συνεχίσει να υπάρχει και χωρίς εμάς. Τυφλός είναι όποιος δεν αναζητεί την χαρά της παρουσίας του Θεού, είτε διότι ο νους και η πνευματική του όραση έχουν σκοτασμό από τις γνώσεις και την έπαρση του προοδευμένου ανθρώπου, είτε επειδή θεωρεί πως ο δρόμος της ζωής έγκειται στο «εγώ»  και όχι στον φωτισμό από τον Θεό και την σχέση μαζί Του.
                Την έκτη Κυριακή από το Πάσχα, γιορτάζουμε την θεραπεία του εκ γενετής τυφλού από τον Χριστό. «Έν οίδα, ότι τυφλός ων άρτι βλέπω» (Ιωάν. 9, 25). «Ένα ξέρω, πως, ενώ ήμουν τυφλός, τώρα βλέπω».  Αυτό είναι που αναφωνεί ο πρώην τυφλός σε εκείνους που αμφισβητούν όχι τόσο το θαύμα, όσο Αυτόν που το έκανε, δηλαδή τον Χριστό. Και βλέπει ο τυφλός και ως προς τις τρεις μεγάλες δυνατότητες που η όραση μας παρέχει. Μπορεί να κατανοήσει πλέον πως είναι τα πράγματα, πώς είναι οι άνθρωποι, αλλά και ποια είναι η αλήθεια της ζωής. Και τα τρία περνούν μέσα από την σχέση με τον Χριστό.  
                Ο κόσμος είναι δημιούργημα του Θεού. Μέσα από την όραση μπορούμε να διαπιστώσουμε την ομορφιά, την ποικιλότητα, την μοναδικότητα που η δημιουργία έχει, επειδή ο Δημιουργός έτσι θέλησε. Και ο πρώην τυφλός δεν βλέπει απλώς αυτό τον κόσμο. Από τον διάλογό του με τους Ιουδαίους, αλλά και με τον Χριστό καταλαβαίνει ότι τα πάντα στη ζωή ανήκουν στον Θεό. Ταυτόχρονα, βλέπει τους ανθρώπους, τους πλησίον του. Καταλαβαίνει τι τους απασχολεί. Έχει όμως συνδέσει τη σωματική με την πνευματική όραση. Έτσι βλέπει αυτό που εκείνοι δεν θέλουν να δούνε:  ότι ζωή δίνει μόνο ο Χριστός. Αυτός είναι η Αλήθεια και το φως του κόσμου. Επομένως δεν βλέπει και τους συνανθρώπους του στην πρόσκαιρη λογική του να τους έχει ευχαριστημένους, εκπληρώνοντας το θέλημά τους και ταυτόχρονα δείχνοντας ότι πιστεύει αυτό που πιστεύουν εκείνοι, αλλά είναι αποφασισμένος να δείξει αυτό που η όραση πλέον ξεκάθαρα του προσέφερε:  την ευλογία να είναι προσωπικότητα. Να έχει την δική του άποψη για την ζωή και να μην στηρίζεται στις απόψεις των άλλων. Δεν είναι πλέον εξαρτημένος από την ελεημοσύνη των άλλων, το στήριγμα και την φροντίδα των γονέων του, δεν είναι αυτός που θα ακολουθεί, αλλά γίνεται εκείνος που βλέποντας σωματικά, ξέρει ποιος είναι και τι πιστεύει. 
Κι όλα αυτά μέσα από την παρουσία του Χριστού στην ζωή του. Η πίστη στον Χριστό κάνει τον πρώην τυφλό να γνωρίζει γιατί βλέπει, γιατί ζει, σε Ποιον πιστεύει, Ποιος είναι η Αλήθεια του κόσμου. Και αυτή την επίγνωση δεν θα του την στερήσει τίποτε, ούτε η απόρριψη των τυπολατρών, ούτε το να εκδιωχθεί και πάλι από την θρησκευτική του κοινότητα, που, μεγάλη ειρωνεία, συνεχίζεται, διότι πριν βρει το φως του θεωρούνταν αμαρτωλός και επομένως απόβλητος, ενώ μετά, που ο Χριστός του έδωσε το φως του, πάλι θεωρείται απόβλητος, διότι πιστεύει  στον Χριστό, το  φως του κόσμου και των ανθρώπων. Σ’  αυτόν που οι οικείοι του δεν τολμούν ή δεν θέλουν να πιστέψουν. Η αλήθεια έχει και το τίμημά της.
Ο λόγος του πρώην τυφλού «τυφλός ων άρτι βλέπω» αποτελεί πρόταση και για την δική μας πορεία. Μόνο που αυτό είναι για μας συνήθως ζητούμενο. Επειδή η καρδιά μας δεν είναι πάντοτε δοσμένη στον Χριστό, μολονότι η σωματική μας όραση υφίσταται, δυσκολευόμαστε να δούμε αληθινά. Έτσι αδιαφορούμε για τον κόσμο μας ή θεωρούμε ως αυτονόητη την ύπαρξή του και δεν δοξάζουμε τον Θεό για ό,τι μας έδωσε. Κυρίως όμως δεν μπορούμε να δούμε αληθινά τον πλησίον μας. Λειτουργώντας με κριτήριο τον εαυτό μας και την οιασδήποτε μορφής γνώση που έχουμε, είτε θρησκευτική είτε κοσμική, νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα και μπορούμε να ερμηνεύσουμε καθετί που συμβαίνει, χωρίς να το περάσουμε μέσα από το θέλημα του Χριστού, μέσα από το Ευαγγέλιο και την πίστη. Τελικά επιλέγουμε η δική μας κοινότητα να είναι ο κάτοχος της αλήθειας, χωρίς να βλέπουμε ότι η Εκκλησία είναι αυτή που μας διασφαλίζει το αληθινό, δηλαδή την σχέση με τον Χριστό που δίνει κριτήρια και για τις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά και για να μην νικηθούμε από την ματαιότητα της ζωής.
Ο πρώην τυφλός πήγε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, όντας σταλμένος από τον Χριστό και υπακούοντας στον λόγο Του, για να νιφθεί από τον πηλό, με τον οποίο ο Κύριος του ξαναέδωσε την όραση. Ας νιβόμαστε κι εμείς στην ζωή της Εκκλησίας, στα μυστήρια, στην άσκηση, στην αγάπη, για να μπορούμε να αναφωνούμε αναστημένοι πλέον από την τύφλωση του εγωκεντρισμού: «τυφλός ων άρτι βλέπω»!

Κέρκυρα, 21 Μαΐου 2017

5/18/17

ΤΑ ΞΕΡΩ ΟΛΑ...


Η εποχή μας πάσχει από την ασθένεια του «ξερολισμού». Νεώτεροι και μεγαλύτεροι έχουν άποψη για τα πάντα. Δικαιούνται να σχολιάζουν οτιδήποτε συμβαίνει με αναρτήσεις στο Διαδίκτυο, χωρίς όμως ενδιαφέρον για την αλήθεια.  Δεν ενδιαφέρονται για επιχειρήματα, αλλά είναι έτοιμοι «γκουκλάροντας» και ακολουθώντας την πρώτη εμφανιζόμενη ανάρτηση, να έχουν άποψη, την οποία δεν επιτρέπουν σε κανέναν να τη αμφισβητήσει. 
«Το ξέρω». Όταν κάποιος επισημαίνει σφάλματα ή άλλες οδούς ο αταπείνωτος νους απαντά με αυτή την φράση. Με πείσμα και ισχυρογνωμοσύνη αρνούμαστε να παραδεχθούμε ότι η διάνοιά μας είναι πεπερασμένη, ότι δεν είμαστε αυθεντίες ούτε αλάθητοι. Το σωκρατικό «έν οίδα ότι ουδέν οίδα», το ευαγγελικό «τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη»  δεν μας αγγίζουν σήμερα.  Το να ακούσουμε ή να αναζητήσουμε άλλες πλευρές προϋποθέτει κόπο. Προϋποθέτει την ανάγκη να αναλάβουμε την ευθύνη για τυχόν λάθη μας, ακόμη και να ζητήσουμε συγγνώμη γι’ αυτά.   
Ταυτόχρονα ο άνθρωπος με ταπεινό φρόνημα νιώθει χαρά όταν μέσα από μία συζήτηση, μία αναζήτηση, ένα μοίρασμα σκέψεων και απόψεων, μπορεί να πλουτίσει όχι μόνο τις γνώσεις, αλλά και τον τρόπο θέασης της πραγματικότητας.  Το κατεστημένο όμως πολιτισμικό πρότυπο, αυτό της αυτοδικαίωσης και της αυτοθέωσης, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για μία τέτοια στάση. Αν  παραδεχθούμε ότι η γνώμη μας δεν ήταν σωστή, τότε φοβόμαστε ότι θα μας απορρίψουν, θα μας ειρωνευτούν, θα μας συντρίψουν. Έτσι εμμένουμε στο «το ξέρω», το υπερασπιζόμαστε και προσποιούμαστε ότι οι άλλοι δεν ξέρουν. Κάποτε φτάνουμε στο να πιστέψουμε κιόλας την επιφανειακή μας άποψη.  
Οι άνθρωποι μαθαίνουμε ότι σημασία έχει η ευχαρίστηση του «να περνάς καλά». Ότι ο κόπος, η κριτική, η αναζήτηση της αλήθειας δεν έχουν πέραση σήμερα. Και αυτό διαφαίνεται στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε την παιδεία. Η ήσσων προσπάθεια αποθεώνεται, στο όνομα του δικαιώματος να έχουν όλη πρόσβαση στο σχολείο και ένα χαρτί στο χέρι. Ποιο όμως είναι το πραγματικό αντίκρισμα;  Η αγορά εργασίας, αλλά και η αδυναμία σύναψης αυθεντικών σχέσεων, με γνώμονα την αγάπη και την ευθύνη, μαρτυρούν την απόληξη της ευκολίας.
«Τα ξέρω όλα...». Ο υπερήφανος νους που καλλιεργείται σήμερα από το πολιτισμικό πρότυπο των καιρών δεν αφήνει περιθώριο για αυθεντική πνευματική καλλιέργεια. Για αναζήτηση απαντήσεων σε υπαρξιακά ερωτήματα, όπως ο Θεός, ο θάνατος, η αγάπη. Η απουσία πνεύματος μαθητείας κάνει συχνά τους νέους, το τμήμα της κοινωνίας στο οποίο θα έπρεπε όλοι να ελπίζουμε, να έχουν μία παθητική θέαση του κόσμου και της πραγματικότητας. Γιατί να ασχοληθούν με την πολιτική, με την θρησκεία, με την τέχνη, με την γνώση και να διαμορφώσουν προσωπικές επιλογές, με επιχειρήματα, όταν όλα τους τα δίδονται έτοιμα και σε στερεοτυπικές μορφές και δόσεις, για να κερδίζουν οι ιδεολογικοί κυρίαρχοι, από όπου κι αν προέρχονται;
Εδώ έγκειται και η ευθύνη της Εκκλησίας. Αφού κάνουμε την αυτοκριτική μας, διότι ιεροποιήσαμε το γράμμα της παράδοσης και αρκούμαστε σ’  αυτό, να τολμήσουμε επιτέλους να ανοιχτούμε στο πνεύμα της. Να αφυπνίσουμε. Να εξηγήσουμε. Να χτίσουμε σχέσεις αλήθειας και όχι εύπεπτου συμβιβασμού με το ψεύτικο. Καιρός να πάψουμε να θεοποιούμε την εικόνα μας και να ρισκάρουμε. Άλλωστε, μόνο ο Θεός τα ξέρει όλα. Εμείς σπουδάζουμε με ταπείνωση το θέλημά Του, ζητώντας τον φωτισμό κι αυτόν τον δρόμο ας δείξουμε!    

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια»
Στο φύλλο της Πέμπτης 18 Μαΐου 20127 

5/12/17

ΟΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΕΣ


  Μία από τις πιο ωραίες συνήθειες των χριστιανών είναι τα προσκυνήματα, ταξίδια δηλαδή και επισκέψεις σε ιερούς ναούς, μοναστήρια και τόπους, για να λάβουν την ευλογία διά των ιερών εικόνων, των λειψάνων των Αγίων ή διά της ενθυμήσεως γεγονότων που έλαβαν χώρα εκεί ή να ακούσουν λόγους πνευματικούς και να πάρουν ευχή πρόσωπα που συνδέονται με τους τόπους, ασκούνται και παραμένουν εκεί και που έχουν φώτιση από τον Θεό. Τα προσκυνήματα γίνονται έτσι σύμβολα της διάθεσης του ανθρώπου να αντλήσει δύναμη από την πίστη του στον Θεό και να πορευτεί στη ζωή του με κριτήριο αυτή την πίστη.
     Το Ευαγγέλιο όμως μάς δίνει μία άλλη διάσταση στην έννοια του προσκυνήματος και του προσκυνητή. Το προσκύνημα δεν συνδέεται κατ’  ανάγκην με έναν τόπο, αλλά με τον τρόπο της ζωής του ανθρώπου στην Εκκλησία, τον τρόπο που βλέπει τον Θεό και τον τρόπο που θέλει ο Θεός από εμάς. «Έρχεται ώρα, και νυν εστίν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί  προσκυνήσουσιν τω πατρί εν πνεύματι και αληθεία. Και γαρ ο πατήρ τοιούτους  ζητεί τους προσκυνούντας αυτόν» (Ιωάν. 4, 23). « Έρχεται όμως ο καιρός, ήρθε κιόλας, που οι πραγματικοί λάτρεις θα λατρεύουν τον Πατέρα με την δύναμη του Πνεύματος, που αποκαλύπτει την αλήθεια (πνευματικά και αληθινά). Γιατί έτσι τους θέλει ο Πατέρας αυτούς που τον λατρεύουν».  
Ο λόγος αυτός του Χριστού απαντά σε έναν προβληματισμό της Σαμαρείτιδος γυναίκας και επιλύει πνευματικά μία μεγάλη διαμάχη που υπήρχε ανάμεσα στους Ιουδαίους και τους Σαμαρείτες, οι οποίοι διαφωνούσαν έντονα, στα όρια της εχθρότητας και του θρησκευτικού φανατισμού για το πού έπρεπε να γίνεται η λατρεία του Θεού: στον ναό των Ιεροσολύμων των Ιουδαίων ή στο όρος Γαριζίν των Σαμαρειτών. Οι άνθρωποι διεκδικούσαν την αποκλειστικότητα της λατρείας του Θεού. Θεωρούσαν τον δικό τους τόπο ιερό και ότι ο Θεός μόνο εκεί κατοικούσε. «Δικός μας ο Θεός», έλεγαν.  Στην ουσία βέβαια διαμόρφωναν έναν Θεό κατά τις επιθυμίες τους. Δεν έβλεπαν τι ζητούσε από αυτούς, αλλά κολλούσαν στο γράμμα των διατάξεων του Νόμου, της Παλαιάς Διαθήκης, με σκοπό να κρατήσουν για τον εαυτό τους το δικαίωμα της αποκλειστικής διαχείρισης του Θεού, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν.  Έτσι, το κριτήριο της πνευματικότητας και της λατρείας, το κριτήριο του προσκυνήματος και του προσκυνητή δεν ήταν ο τρόπος, αλλά ο τόπος.
Ο Χριστός έρχεται να δώσει μία διαφορετική διάσταση. Σημασία έχει ο τρόπος. Και αυτός έχει να κάνει με τρεις διαστάσεις: Το Πνεύμα, την Αλήθεια και το θέλημα του Πατρός. Κλειδί δεν είναι το προσκύνημα καθαυτό, αλλά το περιεχόμενό του. Είναι προσκύνημα πνευματικότητας, αλήθειας, επιγνώσεως του θεϊκού θελήματος; Αν ναι, τότε ο τόπος δεν έχει σημασία, γιατί τον τόπο τον φέρει ο καθένας μέσα του, καθότι το σώμα και η ύπαρξή μας γίνονται ναός του εν ημίν Αγίου Πνεύματος. Αν όμως αρκεστούμε στον τόπο και την τυπικότητα του προσκυνήματος, όση ιεροποίηση και αν προσδώσουμε, αυτή δεν λειτουργεί μεταμορφωτικά για μας. Δεν σημαίνει αυτό ότι ο τόπος δεν έχει αξία, μοναδικότητα, ιερό χαρακτήρα. Τίποτε από αυτά όμως δεν μας αγγίζει, αν δεν ζούμε κατά τον αυθεντικό τρόπο.
Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος και η πνευματική προσκύνηση του Θεού δεν έχει να κάνει με την περιφρόνηση του υλικού στοιχείου, με έναν διαχωρισμό του υλικού από το πνευματικό, του σωματικού από το ψυχικό, του πρόσκαιρου από το αιώνιο. Κάθε προσκύνημα του Θεού έχει να κάνει με την σύνολη ύπαρξή μας. Γι’  αυτό και ο Χριστός αγιάζει τον άνθρωπο ως ενιαία οντότητα. Στον ναό ανάβουμε κερί, αναπνέουμε το λιβάνι, ακούμε την ψαλμωδία, κοινωνούμε εκ του ενός άρτου και του ποτηρίου, έχοντας προσφέρει τα υλικά, για να τα προσλάβουμε μεταβληθέντα σε σώμα και αίμα Χριστού, άγια για αγίους, με τον Ένα Άγιο να μας αγιάζει. Η παρουσία όμως του Αγίου Πνεύματος μας απαλλάσσει από την αίσθηση ότι ο Θεός είναι δικαιωματικά δικός μας, διότι ανήκουμε σε έναν εκλεκτό λαό χωρίς να το αποδεχτούμε και να το βιώσουμε. Δεν μας σώζουν οι ιδιότητές μας, η φυλή και η καταγωγή, οι παραδόσεις μας, αλλά η παρουσία του Θεού εντός μας, η ενεργός αποδοχή του καλέσματός Του να γίνουμε παιδιά Του και να Τον ζούμε ως προτεραιότητα και νόημα στην ζωή μας. Η απόφασή μας να Τον εμπιστευτούμε και να εναποθέσουμε τις αμαρτίες μας στα πόδια Του, αλλά και η δίψα μας να Τον κοινωνούμε ως την Ζωή!
Ο τρόπος της προσκύνησης όμως είναι και τρόπος αληθείας. Αυτή δεν είναι ιδέα, ούτε φιλοσοφία, ούτε αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά Πρόσωπο. Είναι ο Χριστός. Η οδός, η αλήθεια και η ζωή. Και η Αλήθεια δεν κατακτάται με τον νου, ούτε είναι αποτέλεσμα συλλογιστικής. Βιώνεται ως κοινωνία, ως συνάντηση, όχι μόνο με τον Θεό, αλλά και με τις εικόνες Του, που είναι οι άνθρωποι. Οι Ιουδαίοι και οι Σαμαρείτες δεν μπορούσαν να κατανοήσουν ότι ο Θεός ανοίγεται σε όλους τους ανθρώπους, θέλει όλοι να έρθουν σε επίγνωση αληθείας και να σωθούν, δεν ανήκει αποκλειστικά σε κανέναν! Γι’  αυτό και δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, διότι δεν θεωρούσαν τον άλλο λαό πλασμένο κατ’  εικόνα Θεού. Η αλήθεια βιώνεται μέσα από τη συνάντηση της αγάπης. Αλλά περνά και μέσα από τον θάνατο των παθών, της αποκλειστικότητας, της αίσθησης ότι τα πάντα είναι θέμα γνώσης και διανοίας. Τον θάνατο της αμαρτίας και του αμαρτωλού φρονήματος. Την ανάσταση της ύπαρξης όταν αγαπά και μοιράζεται την δωρεά της Αλήθειας, δηλαδή την δωρεά του Χριστού να είμαστε όλοι παιδιά Του και να κατοικεί εντός μας, αφήνοντας όμως χώρο και περιθώριο και για τον κάθε άνθρωπο, ακόμη κι αυτόν που δεν πιστεύει. Γιατί και όσοι δεν πιστεύουν έχουν τον νόμο της συνειδήσεως εντός τους, που σημαίνει ότι δεν αποκλείονται από την βασιλεία του Θεού εκ προοιμίου.
Ο τρόπος της προσκύνησης πηγάζει και από το πώς βιώνουμε το θέλημα του Θεού στην ζωή μας. Αν το σπουδάζουμε στο Ευαγγέλιο, αν αυτό γίνεται ο οδοδείκτης της πορείας μας. Αν το βλέπουμε στην προοπτική της τετράδος των αρετών, της αγάπης, της προσευχής, της ταπείνωσης, της διάκρισης. Αν αφηνόμαστε με εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού. Αν μπορούμε να ρυθμίσουμε την σχέση μας με τον πλησίον στην προοπτική που το Ευαγγέλιο βάζει. Αν είμαστε έτοιμοι να αφήσουμε τα αντλήματά μας κατά μέρος, δηλαδή τις βεβαιότητες, τους τρόπους, ακόμη και τα χαρίσματά μας και να αναφωνήσουμε «Δεύτε ίδετε τον Θεάνθρωπον» στην ζωή της Εκκλησίας!
Οι αληθινοί προσκυνητές δεν είναι απλώς περιηγητές τόπων ή εκζητητές λόγων Αγίων ή λάτρεις εικόνων και λειψάνων. Δεν είναι δηλαδή διαποτισμένοι με την αυτάρκεια της αγιότητας των άλλων, αλλά ζητούνε τον δικό τους αγιασμό, όχι με την τήρηση εξωτερικών τύπων μόνο, αλλά με την βίωση της αυθεντικής κοινωνίας με τον Θεό. Αλλιώς, όσα προσκυνήματα κι αν γυρίσουν, αν η καρδιά δεν αναπαύεται αληθινά στην λατρεία και τον τρόπο που ο Θεός ζητά και προσφέρει, μάτην κοπιώσι. Η εκκλησιαστική ζωή, όταν είναι αυθεντική, γεννά μεταμορφούμενους πιστούς στην χάρη της Ανάστασης και της Αγάπης, στον τρόπο της όντως Αλήθειας που είναι ο Χριστός! Ας γίνουμε με την χάρη του Θεού τέτοιοι!

Κέρκυρα, 14 Μαΐου 2017   

5/10/17

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΠΡΟΤΥΠΑ...

Μετά τα Θρησκευτικά και η Ιστορία. Χωρίς συστηματική έρευνα για το πώς η Ιστορία θα μπορούσε και να διδάσκεται καλύτερα και να εμπνέει τους μαθητές να την προσλαμβάνουν δημιουργικά, δηλαδή ως ευκαιρία και γνώσης, αλλά και προβληματισμού για την πορεία της πατρίδας μας στο σήμερα και στο αύριο, η Πολιτεία ετοιμάζει αλλαγές στο περιεχόμενο του μαθήματος. Γνώμονας η προσαρμογή στην παγκοσμιο- ποιημένη τάξη πραγμάτων. Η απομάκρυνση της Ιστορίας από την λογική της προτυποποίησης και η πρόταξη μιας γενικής θεώρησης των πραγμάτων, ωσάν τα παιδιά να έχουν γίνει φιλόσοφοι ή ερευνητές. Τα πρόσωπα, τα δρώντα δηλαδή ιστορικά υποκείμενα, τα κατορθώματά τους, αλλά και οι συνθήκες μέσα στις οποίες είτε καλλιέργησαν τα χαρίσματα και τις ικανότητές τους είτε υπερέβησαν τον εαυτό τους, δεν πρέπει να αγγίζονται από τα παιδιά. Δεν μπορεί να είναι στόχος να νικήσουμε τον εαυτό μας, διότι αυτό προϋποθέτει άρνηση του συμβιβασμού με την ευκολία, με το δεδομένο του εκάστοτε συστήματος. Και πώς θα είμαστε τότε καταναλωτές των παραγγελμάτων του;
       Ο Ελληνισμός διακατεχόταν πάντοτε από ένα πνεύμα αντίστασης. Ο Έλληνας  δεν συμβιβαζόταν εύκολα με την εξουσία κάθε μορφής. Είχε άποψη. Ήθελε ο ίδιος να κρίνει ό, τι του παρουσίαζαν οι εκάστοτε κρατούντες ως τον δρόμο της ορθότητας. Και έπεφτε σε λάθη, διότι ήθελε να πειστεί. Παράλληλα, δεν ήταν εύκολο να παραμείνει ήσυχος σε ό,τι έκανε. Ταξιδιάρικη η ψυχή του, με κριτήριο του να κάνει και να ζήσει κάτι καινούργιο, δεν μπορούσε να χωρέσει σε πολιτισμικά παπούτσια άλλων, αλλά ήθελε πάντοτε να φτιάχνει τα δικά του, ακόμη κι αν τον οδηγούσαν στην καταστροφή. Κάπως έτσι και διαπρέψαμε και συντριβήκαμε. Όμως το πνεύμα της αντίστασης παρέμενε ζωντανό στην ψυχή μας.
    Σήμερα το πολιτισμικό μας πρότυπο επισημαίνει το αναπόφευκτο της υποταγής. Σκόπιμα αποκρύβει ότι μπορούμε να διαμορφώσουμε δική μας πορεία εντός του συστήματος, καλλιεργώντας την κριτική μας σκέψη. Ότι η ευρωπαϊκή ταυτότητα την οποία θα θέλαμε να έχουμε δεν μπορεί να στηριχτεί στην ησυχία, αλλά στην ανησυχία. Ήσυχος είναι μόνο ο νεκρός. Αυτός που είναι κλεισμένος στον εαυτό του, στην εργασία του, στις σπουδές του, στην ζωούλα του, στις απολαύσεις του, στο Διαδίκτυό του, στις σχέσεις του, στα ψευτο-όνειρα για ευτυχία που σταματά στον τάφο ή συνεχίζεται ως αιώνια ανάπαυση, δηλαδή ως διακοπές της ψυχής. Αντίθετα, αυτή η «απεχθής Ευρώπη», όπως μας την παρουσιάζουν, πάντοτε είναι έτοιμη να επιβραβεύσει την καινοτομία, τις ιδέες, την όρεξη για ζωή, την φιλοτιμία, την δημιουργικότητα, το χάρισμα. Ό,τι δηλαδή εμείς προσπαθούμε συνειδητά ή από δήθεν φιλανθρωπία να υποβαθμίσουμε.
       Η αποδοχή ενός μαθήματος Ιστορίας στο οποίο τα πρόσωπα θα πάψουν να προβάλλονται, θα αποτελέσει την οριστική ταφόπλακα του προτύπου της χαρισματικότητας. Μία νέα τυραννία ετοιμάζεται από όσους δεν θέλουν δημιουργικούς ανθρώπους, αλλά σκλάβους του μεροκάματου και της ησυχίας. Σκόπιμα παρουσιάζονται ως είδηση μόνο τα οικονομικά θέματα ή οι επιδόσεις τηλεοπτικών αστέρων και θεαμάτων. Από την μία ο συμβιβασμός στον οικονομοκεντρικό τρόπο ζωής και από την άλλη αξίζουν όσοι τυγχάνουν εικονικής προβολής. Ένας κόσμος προσανατολισμένος στο σήμερα, χωρίς χθες και ταυτότητα, χωρίς νόημα αντίστασης που θα δώσει αύριο.
        Εκκλησία και Παιδεία πρέπει να αφυπνιστούν και να αφυπνίσουν!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 10 Μαΐου 2017